Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κασετίνα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
1. μικρό κιβώτιο ή θήκη που χρησιμοποιείται για φύλαξη κοσμημάτων, επιστολών, μολυβιών τών μαθητών, επιτραπέζιων σκευών και άλλων μικροαντικειμένων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. cassettina].