Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταλαβαίνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

καταλαμβάνω, Μ καταλαβαίνω) αντιλαμβάνομαι, κατανοώ («κάνει πως δεν καταλαβαίνει»
νεοελλ.
φρ. α) «του 'δωσα και κατάλαβε»
i) τον τιμώρησα, τον εκδικήθηκα
ii) έκανα κάτι κατά κόρον
β) «μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαίνουμε» — γι' αυτούς που δεν μπορούν να συνεννοηθούν.