Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταλαμβάνω

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: καταλαμβάνω Medium diacritics: καταλαμβάνω Low diacritics: καταλαμβάνω Capitals: ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΩ
Transliteration A: katalambánō Transliteration B: katalambanō Transliteration C: katalamvano Beta Code: katalamba/nw

English (LSJ)

fut.

   A -λήψομαι Pl.Prt.311a(in pass.sense, A.D.Synt. 48.9), Ion. -λάμψομαι Hdt.6.39, Aeol. -λᾱμψομαι dub. in Alc.Supp. 5.9 (v. λαμβάνω): pf. -είληφα Pl.Phdr.250d, etc. (καθ- SIG129.18 (Carpathos, iv B. C.)), -λελάβηκα Pherecyd.Syr. ap. D.L.1.122, Hdt.3.42 (v.l. -λελαβήκεε):—Pass., Ion. aor. -ελάμφθην Id.5.21; -ελάφθην SIG279.7 (Zelea, iv B. C.): pf. in med. sense, D.S.17.85:—seize, lay hold of, c. acc., τοῦ κατὰ νῶτα λαβών Od.9.433, cf. Ar.Lys.624, etc.; κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν Th.1.126, cf. Hdt.5.71, Ar.Lys.263(lyr., tm.), Isoc.4.153, etc. (metaph., τὴν τοῦ νέου τῆς ψυχῆς ἀκρόπολιν κ. Pl.R. 560b); πάντα φυλακαῖς κ. Plu.Per.33; κ. ἕδρας Ar.Ec.21, 86; φάσκων Ποσειδῶ πρότερον Ἀθηνᾶς καταλαβεῖν αὐτήν (sc. τὴν πόλιν) Isoc.12.193; later, simply, arrive at a place, POxy.1829 (vi A. D.), etc.:—Med., seize for oneself, τὰ πρήγματα Hdt.6.39; τὰ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο matters which others had not preoccupied, ib.55: freq. in Plb., κ. λόφον 1.19.5, al.:—Pass., of a person, ὑπὸ τοῦ θεοῦ καταληφθείς possessed, Plot. 5.8.11.    2 of death, fatigue, disaster, etc., τὸν δὲ κατ' ὄσσε ἔλλαβε… θάνατος Il.5.82; Ἄργον… κατὰ μοῖρ' ἔλαβεν… θανάτοιο Od.17.326: c. dupl. acc., εὖτ' ἄν μιν κάματος κατὰ γυῖα λάβῃσιν 1.192; Δίκη καταλήψεται ψευδῶν τέκτονας Heraclit.28; befall, overtake, συμφορὰ κ. πόλεις E.Hipp.1161: freq.in Hdt., θεῖα πρήγματα καταλαμβάνει τοὺς αἰελούρους 2.66; πένθεα μεγάλα τοὺς Αἰγυπτίους κ. ibid., cf. 3.42; ὅσα φεύγοντας ἐκ τῆς πατρίδος κακὰ ἐπίδοξα καταλαμβάνειν may be expected to befall them, 4.11; ἤν τι καταλαμβάνῃ νεώτερον τὸν πεζόν 8.21: folld. by inf., νοῦσός τινα κ. νοσῆσαι 3.149, cf. 3.75; πρίν τι ἀνήκεστον ἡμᾶς κ. Th.4.20; κίνδυνος κ. τινά D.18.99; rarely of good fortune, τοῦτον κατέλαβε εὐτυχίη τις Hdt.3.139.    3 seize with the mind, comprehend, Pl.Ax.370a, Chrysipp.Stoic.2.39, Plb.8.2.6, Ev.Jo.1.5 (perh. overcome); κάλλος διὰ τῆς [ὄψεως] Pl.Phdr.250d; ἐκ τοῦ φάσματος ὅτι… D.H.5.46, cf. Arr.Epict.1.5.6:—so in Med., D.H.2.66, S.E.M.7.288; ὅτι… Act.Ap.4.13; τί τὸ πλάτος Ep.Eph.3.18:— Pass., Phld.Sign.22, Mus.p.62K., Numen. ap. Eus.PE14.8.    4 accept, παρὰ τοῦ βασιλέως… δωροδοκήματα dub. l. in Pl.Com.119.1 (κᾆτ' ἔλαβον Mein.).    II catch, overtake, come up with, τοὺς φεύγοντας Hdt.1.63, cf. 2.30, etc.:—Pass., Id.7.211, Plb.1.47.8.    2 find on arrival, c. part., τινὰ ζῶντα Hdt.3.10; τὰ πλεῖστα… προειργασμένα Th.8.65; πάντα ἔξω Id.2.18; ἀνεῳγμένην τὴν θύραν Pl. Smp.174d; τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας D.21.85; τινὰ ἔνδον Pl.Prt.311a; τῶν φορτίων πολλὴν ἀπρασίαν D.34.8; τι ὑπάρχον Arist.Top.131a29; detect, ἐπ' αὐτοφώρῳ ἐμαυτόν Pl.Ap.22b:—Pass., κατελήφθη σοῦ λάθρᾳ πωλῶν τὰ σά E.Cyc.260, cf. Ev.Jo.8.3, etc.; κατείληπτο σοφιζόμενος D.21.164; to be taken by surprise, Plu.Publ.20.    III impers., καταλαμβάνει τινά c. inf., it happens to one, it is one's fortune to... καταλαμβάνει μιν φεύγειν Hdt.2.152, cf. 3.118; καταλελάβηκέ με… τοῦτο… ἐκφῆναι Id.3.65, cf. 4.105, 6.38.    IV abs., πρὸς τὴν καταλαβοῦσαν συμφορήν that had befallen, Id.4.161; τὰ καταλαβόντα, = τὰ συμβάντα, what had happened, the circumstances, Id.9.49; ἢν πόλεμος καταλάβῃ Th.2.54, cf. 18; εἰ -λαμβάνοι ἀναχώρησις Id.4.31; τῆς νυκτὸς -λαμβανούσης as night was coming on, D.S.20.86; Χειμῶνος ἤδη -λαμβάνοντος Hdn.7.2.9.    V hold down, cover, τῇ Χειρὶ τὸν ὀφθαλμόν Pl.Tht.165b; τὰς Χεῖρας Plu.Sert.26; fasten down, κ. πῶμα γόμφοις Id.2.356c, cf. Gal.13.358 (so in Med., D.S.3.37):—Pass., to be compressed, opp. διαλύεσθαι, Arist.Pr.870b11; τὰς φλέβας -λαμβανόμενοι Id.Somn.Vig.455b7.    2 keep under, repress, check, κ. τινῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν Hdt.1.46; κ. τὸ πῦρ get it under, ib.87; ἴσχε καὶ κ. σεωυτόν Id.3.36; κ. τὰς διαφοράς put an end to them, Id.7.9.β; κ. ἐρίζοντας stop their quarrelling, Id.3.128: folld. by inf., κ. τοὺς Αἰγυπτίους ταῦτα μὴ ποιέειν Id.2.162; ὁ τῶν Περσέων θάνατος καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη inquiries about their death being checked…, Id.5.21.    b κ. τὸ πνεῦμα hold the breath, Gal.6.176, al.    3 bind, κ. πίστι καὶ ὁρκίοισι Hdt.9.106; ὅρκοις Th.4.86, etc.:—Pass., εἴ τινι -λέλαμμαι ὅρκῳ SIG360.41 (Chersonesus); νόμοις, ἔθεσι κατειλημμένα enforced, Arist.Pol.1324b22; ζημίαις Pl.Lg.823a; [τὰς σπονδὰς] ηὗρε κατειλημμένας he found the treaty concluded, Th.5.21 codd.    4 compel, constrain one to do, c. inf., ἀναγκαίη μιν κ. φαίνειν forces him to bring out the truth, Hdt.3.75:—Pass., ἀναγκαίῃ καταλαμβανόμενος being constrained, Id.2.65, cf. Th.7.57.    5 convict, condemn, Antipho 2.4.11; opp. ἀπολύειν, Id.4.4.9; ἐὰν καταληφθεὶς ἀποθάνω Id.2.2.9, cf. IG12(2).526A20 (Eresus, iv B. C.); of the prosecutor, secure a conviction, Rev.Phil.1928.192 (Erythrae, v B. C.); ὁ -λαβών SIG578.58 (Teos, ii B. C.), etc.

German (Pape)

[Seite 1358] (s. λαμβάνω), 1) ergreifen, erfassen, festhalten; τοῦ κατὰ νῶτα λαβών Od. 9, 43, öfter in tmesi; von der Krankheit, κατέλαβε νοῦσός μιν, Her. 3, 149; Sp.; καταλαμβανόμενος ὑπὸ πολεμίων Plat. Legg. XII, 944 c; τῇ χειρὶ τὸν ὀφθαλμόν, zuhalten, Theaet. 165 b; – einnehmen, besetzen, κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν ὡς ἐπὶ τυραννίδι Thuc. 1, 126; Ar. Lys. 263; übertr., κατέλαβον τὴν τοῦ νέου τῆς ψυχῆς ἀκρόπολιν Plat. Rep. VIII, 560 b; Pol. 3, 104, 3 u. A.; ὁ δὲ Πειραιεὺς ἦν κατειλημμένος Isocr. 18, 17; στρατόπεδον, ein Lager beziehen, Thuc. 2, 81; πάντα φυλακαῖς, besetzen, Plut. Pericl. 33. – Auch im med., für sich einnehmen, κατελάβετο τὴν πόλιν Pol. 1, 58, 2, öfter; so τὰ πρήγματα Her. 6, 39; selbst perf. so, κατειλημμένων τὴν πέτραν τῶν βαρβάρων D. Sic. 17, 85; aber Andoc. 1, 19 lies't Bekker λαμβανόμενος τῶν γονάτων für die vulg. καταλ. – Aehnl. ἕδρας καταλαβεῖν, Platz nehmen, Ar. Eccl. 86; θέαν καταλαμβάνειν, einen Platz zum Schauen einnehmen, Luc. de salt. 5; – Μιλτιάδεα τὰ πρήγματα καταλαμψόμενον ἀποστέλλουσι, daß er den Oberbefehl übernehme, Her. 6, 39, der es auch von Schriftstellern braucht, vorwegnehmen, früher erzählen, τὰ δὲ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο, τουτέων μνήμην ποιήσομαι 6, 55; – χρήματα, mit der Nebenbdtg des Wegnehmens, Ar. Lys. 624. – 2) festhalten, zurückhalten, hemmen; καταλαβεῖν αὐξανομένην τὴν δύναμιν Κύρου Her. 1, 46; τὸ πῦρ 1, 87; ἴσχε καὶ καταλάμβανε σεωυτόν, halte dich zurück, 3, 36; τὰς διαφοράς 7, 9, 2, Streitigkeiten beilegen; auch ἐρίζοντας, 3, 128, die Streitenden beschwichtigen; pass., ὁ τῶν Περσέων θάνατος οὕτω καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη 5, 21, er wurde unterdrückt u. verschwiegen; ἤ που ὑπὸ φυγῆς καταληφθέν, irgendwo zurückgehalten, Plat. Rep. VI, 496 b. – Erzwingen, befehlen, ἀνάγκη κατείληφεν Plat. Legg. VII, 814 d; τὰ ταῖς ζημίαις ὑπὸ νόμων κατειλημμένα 823 a; – πίστι καὶ ὁρκίοισι καταλαβόντες αὐτούς, sie durch Eide verpflichtend, bindend, Her. 9, 106; Thuc. 4, 86; ὅρκῳ κατειλημμένοι 1, 9; εὗρε τὰς σπονδὰς κατειλημμένας, festgestellt, im Ggstz von μετακινητὴ ὁμολογία, 5, 21; Sp. öfter, wie D. Hal. 3, 24 Luc. D. Mar. 10, 1. – Den Schuldigen ergreifen, verurtheilen u. bestrafen, Ggstz von ἀφεῖναι, Antiph. 2 δ 11, von ἀπολύω, 4 δ 9; καταλαμβάνεσθαι ὑπὸ τῶν νόμων 4 γ 2 u. öfter. – 3) ergreifen, ertappen, betreffen, finden; καταλαμβάνομεν τὸν.Σωκράτη ἄρτι λελυμένον Plat. Phaed. 59 e; ἀνεῳγμένην καταλ. τὴν θύραν Conv. 174 d; κατελάβομεν περιπατοῦντα Prot. 314 e, wir trafen ihn beim Spazierengehen; ὡς ἐπ' αὐτοφώρῳ καταληψόμενος ἐμαυτὸν ἀμαθέστερον ἐκείνων ὄντα Apol. 22 b; καταλαβὼν ἐν Βοσπόρῳ μοχθηρὰ τὰ πράγματα καὶ τῶν φορτίων πολλὴν ἀπρασίαν Dem. 34, 8; τὴν Σπάρτην ἔρημον Pol. 9, 8, 5; φεῦγε, πρὶν τὸν τοξότην ἥκοντα καταλαβεῖν Ar. Thesm. 1209; Eur. Cycl. 259 κατελήφθη πωλῶν τὰ σά; Luc. Alex. 37 hat so auch das med. – Beim Aufnehmen eines Inventariums vorfinden, Inscr. 160; vgl. Böckh Att. Seew. p. 8. – 41 mit dem Geiste erfassen, auffassen, begreifen; κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐνεργεστάτης αἰσθήσεως Plat. Phaedr. 250 d; Phil. 16 d; Sp., wie Pol. 8, 4, 6; ἐκ τούτου κατέλαβον τοῦ φάσματος, ὅτι νίκην αὐτοῖς σημαίνει τὸ δαιμόνιον D. Hal. 5, 46; auch im med., 2, 66. – 5) wie bes. von unglücklichen Ereignissen (s. 1), die plötzlich über Einen kommen, gesagt wird εἰ δέ τινας ξυμφορὰ καταλαμβάνοι, Plat. Legg. IX, 873 a, öfter, vgl. Eur. Hipp. 1161, κίνδυνος Dem. 18, 99, Sp., so ist καταλαβοῦσα ξυμφορή ein eintreffendes Unglück, Her. 4, 161, u. so öfter; begegnen, treffen, τὸν πατέρα κατέλαβε πρῆγμα τοιόνδε 9, 93; εἰ ὑμέας καταλελάβηκε ἀδύνατόν τι 9, 60; πρίν τι ἀνήκεστον ἡμᾶς καταλαβεῖν Thuc. 4, 20; καταλελάβηκέ με τοῦτο εἰς ὑμέας ἐκφῆναι, es traf mich, ich fühlte mich gedrungen, euch dies kund zu thun, Her. 3, 65; ἕνα κατέλαβε ὑβρίσαντα τάδε ἀποθανεῖν, es traf sich, daß er starb, eigtl. den Einen ergriff das Sterben, 3, 118, vgl. 4, 105. 6, 38; τὰ καταλαβόντα, was sich zugetragen hat, die Begebnisse, = dem att. συμβάντα, 9, 49; ähnl. Thuc. ἢν δέ γε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ, 2, 54, wie 2, 18; Sp., τὰ ἐκ τοῦ θεοῦ κατειληφότα Paus. 10, 23, 7, öfter; τῆς νυκτὸς καταλαβούσης, als die Nacht eingetreten war, D. Sic. 20, 86; D. Hal. 5, 44 u. a. Sp.; χειμῶνος ἤδη καταλαμβάνοντος, der Winter stand bevor, Hdn. 7, 2, 18, öfter. – Selten vom Glücke, wie τοῦτον κατέλαβε εὐτυχίη τις Her. 3, 139. – Im pass. vrbdt Thuc. 7, 57 ἐν τοιαύταις ἀνάγκαις κατειλημμένος.

Greek (Liddell-Scott)

καταλαμβάνω: μέλλ. -λήψομαι, Ἰων. -λάμψομαι Ἡρόδ. 6. 39., 9. 108: πρκμ. Ἰων. καταλεβάβηκα ὁ αὐτ. 9, 60: πρκμ. -εἰληφα, Ἰων. ὑπερσ. -λελαβήκεε ὁ αὐτ. 3. 42.- Παθ., Ἰων. ἀόρ. -ελάμφθην ὁ αυτ.· ὅρκῳ καταλέλαμμαι ἐν Ἐπιγρ. Χερρονήσ. Dittenb. 461. 41 (ἴδε λαμβάνω). Πιάνω, λαμβάνω δυνατά, κυριεύω, Λατ. οccupare, μετ’ αἰτιατ., τοῦ κατά νῶτα λαβὼν Ὀδ. Ι. 433, κτλ.· οὕτως, Ἡρόδ. 5. 71, Εὐρ. Κύκλ. 546, Ἀριστοφ. Λυσ. 624, κτλ.· κατέλαβε την ἀκρόπολιν Θουκ. 1 126. πρβλ. Ἀριστοφ. Λυσ. 263, Ἰσοκρ. 72D, κτλ.· πάντα φυλακαῖς κ. Πλουτ. Περικλ. 33· κ. ἕδρας Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 21, 86 (ἴδε ἐν λ. θέα ΙΙΙ)· επὶ θεότητος, κατέχω τόπον τινά, συχνάζω που, ἀναφερόμενον ἐκ τοῦ Ἰσοκρ.- Μέσ., καταλαμβάνω δι’ ἐμαυτόν, Λατ. capesso, τὰ πρήγματα Ἡρόδ. 6. 39· την πόλιν κατελάβετο Πολύβ. 1. 58. 2· καὶ β πρκμ. ὡς μέσ., κατειλημμένων τῶν βαρβάρων τὴν πέτραν Διόδ. 17, 85· τὰ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο, ὅσα οἰ ἄλλοι δὲν ἐμνημόνευσαν, διὸ ἐπιφέρει ὁ συγγραφεύς, μνήμην ποιήσομαι Ἡρόδ. 6. 55. 2) παρ’ Ὁμ. ὁ θάνατος, ἡ κόπωσις καὶ ἡ νόσος προσωποποιοῦνται ὅτι διώκουσι και καταλαμβάνουσι τὸν ἄνθρωπον, τὸν δὲ κατ’ ὂσσε ἔλαβε… θάνατος Ἰλ. Ε. 83, ΙΙ. 334· Ἄργον… κατὰ μοῖρ’ ἔλαβεν… θανάτοιο Ὀδ. Ρ. 326· εὖτ’ ἂν κάματος κατά γυῖα λάβῃσιν Α. 192· συχνάκις παρὰ τοῖς μετέπειτα συγγραφεῦσιν ἐπὶ δυστυχημάτων, ἐπέρχομαι αἴφνης, εὑρίσκω, συμφορὰ κατ. πόλιν Εὐριπ. Ἱππ. 1161· ἰδίως παρ’ Ἡροδ., κατελάμβανε τοὺς αἰελούρους τοιάδε 2. 66· πένθεα μεγάλα τοὺς Αἰγυπτίους κ. αὐτόθι, πρβλ. 3. 42· ὅσα φεύγοντας ἐκ τῆς πατρίδος κακὰ ἐπίδοξα καταλαμβάνειν δυνατὸν νὰ καταλάβωσιν, εὕρωσιν αὐτούς, 4. 11· νοῦσος κατέλαβέ μιν, ὡς καὶ νῦν, «τὸν ἔπιασε», 3, 149· ἤν τι καταλαμβάνῃ νεώτερον τὸν πεζὸν 8. 21· ἀνήκεστόν τι κατ. ἡμᾶς Θουκ. 4. 20· κίνδυνος κ. τινα Δημ. 259. 7· σπανίως ἐπὶ καλῆς τύχης, τοῦτον κατέλαβε εὐτυχίη τις Ἡρόδ. 3. 139. 3) καταλαμβάνω διὰ τοῦ νοῦ, ἐννοῶ, Πλάτ. Φαιδρ. 250D· διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως τὸ συνιέναι καί κατειληφέναι ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 901, κτλ.· κ. τι ὑπάρχον, Ἀριστ. Τοπ. 5. 3, 5· ἔκ τινος ὅτι…, Διον. Ἁλ. 5. 46·- οὕτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, ὁ αὐτ. 2. 66. 4) ἀποδέχομαι, παρὰ τοῦ βασιλέως… δωροδοκήματα Πλάτ. Κωμ. ἐν «Πρεσβ»,1. ΙΙ. φθάνω, προφθάνω, πιάνω, (οὐκ ἀπολείπομαι ἐπὶ τάχους ποδῶν), τοὺς φεύγοντας Ἡρόδ. 1. 63, πρβλ. 2. 30., 7. 211. 2) ἀνακαλύπτω, εὑρίσκω, φθάνω αἰφνιδίως, συλλαμβάνω, Λατ. Deprehendo, κ. πάντα ἔξω Θουκ. 2, 18· κ. τινά ἔνδον Πλάτ. Πρωτ. 311Α· κ. πολλήν ἀπρασίαν τῶν φορτίων 909, 12· ἐπ’ αὐτοφώρῳ καταληψόμενος ἐμαυτὸν Πλάτ. Ἀπολ. 22· καὶ μετὰ μετοχ., κ. τινὰ ζῶντα ὁ αὐτ. 3. 10· τὸν τοξότην ἥκοντα κ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 1209, πρβλ. Θουκ. 8. 63, 65, Εὐρ. Κύκλ. 260· κατ. Την θύραν ἀνεῳγμένην Πλάτ. Συμπ. 174D· καταλαμβάνει τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας Δημ. 542. 3· κατείληπτο σοφιζόμενος ὁ αὐτ. 567. 19. ΙΙΙ. ἀπρόσ., καταλαμβάνει τινά, μετ’ απαρ., ὡς τὸ Ἀττ. συμβαίνει, γίνεταί τι εἴς τινα, εἶνε ἡ τύχη τινὸς νὰ πράξῃ τι, τοῦτον κατέλαβε κεῖσθαι Ἡρόδ. 2. 152, πρβλ. 3. 118, 149· καταλελάβηκε ἐμὲ τοῦτο… ἐκφῆναι ὁ αὐτ. 3. 65, πρβλ. 4. 105., 6. 38. IV. ἀπολ., πρὸς τὴν καταλαβούσαν συμφορήν, ἥτις συνέβη, αὐτόθι 161· τὰ καταλαβόντα= τὰ συμβάντα, αἱ περιστάσεις, ὁ αὐτ. 9. 49· ἢν πόλεμος καταλάβῃ συμβῇ, Θουκ. 2. 54, πρβλ. 4. 31· τῆς νυκτὸς καταλαβούσης, ἐπελθούσης, Διόδ. 20. 86· ὁμοίως, ἐπὶ ἡμέρας, χειμῶνος, ἑσπέρας, οὔπω ἡμέρας καταλαβούσης, πρὶν φωτίσῃ, τὰ ἄστρα καταλαβεῖν (Ἐπιγρ.). V. πιάνω μὲ τὴν χεῖρα καὶ πιέζω, κρατῶ κάτω, καλύπτω, τὸν ὀφθαλμὸν τῇ χειρὶ Πλάτ. Θεαίτ. 165Β· καταλαμβάνεται (= κατέχεται ἐντὸς τοῦ σώματος) τὸ θερμόν, ἐναντίον τοῦ διαλύειν, ἐξατμίζειν, Ἀριστ. Προβλ. 2. 40· κ. τι ἱμᾶσι Πλούτ., κλ.· περόναις κατ. Αἰλ. γόμφοις, συνών. τοῦ καταδεῖν Ἀθήν. 672F, (καὶ οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, κατελάβοντο δεσμοῖς τὸ στόμιον Διόδ. 3. 37). 2) πιέζων κρατῶ κάτω, «σταματῶ», ἐμποδίζω, κατ. αὐξανομένην τὴν δύναμιν Κύρου Ἡρόδ. 1. 46· κ. τὸ πῦρ, καταβάλλω, αὐτόθι 87· ἴσχειν καὶ κατ. ἑαυτὸν ὁ αὐτ. 3. 36, πρβλ. 2. 162., 3. 52· κατ. τὰς διαφοράς, θέτω τέρμα εἰς αὐτάς, 7. 9, 2· κατ. ἐρίζοντας, καταπαύω τοὺς ἐρίζοντας, 3. 128· ὁ τῶν Περσέων θάνατος καταλαμφθείς ἐσιγήθη, κατακρυφθεὶς κωλυθείσης πάσης ἐρεύνης περὶ αὐτοῦ…, 5. 21· τὰς φλέβας καταλαμβανόμενοι, συνθλίβοντες, πιέζοντες τὰς φλέβας, Ἀριστ. π. Ὕπν. 2, 8. 3) δένω, κ. πίστι, ὁρκίοις, Λατ. jurejurando adstringere, δένω δι’ ὅρκου, Ἡρόδ. 9. 106, Θουκ., κτλ.- Παθ. νόμοις καὶ ἔθεσι κατειλημμένος Ἀριστ. Πολιτικ. 7. 2, 12· ζημίαις Πλάτ. Νόμ. 823Α· τὰς σπονδὰς εὗρον κατειλημμένας, εὗρον τὰς σπονδὰς τελειωμένας, συνωμολογημένας (ἀντίθ. μετακινητάς), Θουκ. 5. 21. 4) ἀναγκάζω, βιάζω τινὰ νὰ πράξῃ τι, μετ’ ἀπαρ., ἀναγκαίην μιν κατ. φαίνειν, τὸν βιάζει νὰ φανερώνῃ τὴν ἀλήθειαν, Ἡρόδ. 3. 75.- Παθ., ἀναγκαίῃ καταλαμβανόμενος, ἀναγκαζόμενος, βιαζόμενος, ὁ αὐτ. 2. 65, πρβλ. Θουκ. 7. 57. 5) εὑρίσκω ἔνοχον, καταδικάζω (αἱρῶ), τὸν ἀναίτιον καταλαβόντας, τὸν αἴτιον ἀφεῖναι Ἀντιφῶν 120. 26· καί, ἀπολύειν μᾶλλον ἢ καταλαμβάνειν δίκαιον ὁ αὐτ. 129. 5· ἐὰν καταληφθεὶς ἀποθάνω ὁ αὐτ. 117, 20· καὶ ἐν Ἐπιγρ. Dittenb. 523, 58· τὸ δὲ ἥμισυ τοῦ καταλαβόντος ἔστω, καὶ δίκῃ κ. 546, 22. VI. ἀπροσ., καταλαμβάνει τὴν πόλιν, ἐνδιαφέρει, Wyttenb. Ἑλλ. Ἐπιγρ. σ. 201. VII. παρὰ Βυζ., φθάνω εἴς τι μέρος, τόπον, εἰς ἢ ἐπὶ τόπον.

French (Bailly abrégé)

f. καταλήψομαι, ao.2 κατέλαβον, pf. κατείληφα;
I. saisir :
1 s’emparer de, acc. : κατέλαβε νοῦσός μιν HDT il tomba malade litt. une maladie s’empara de lui ; καταλαβοῦσα συμφορή HDT malheur qui est survenu ; abs. τὰ καταλαβόντα HDT les événements qui survinrent ; ἢν πόλεμος καταλαβῇ THC si la guerre survient ; impers. • κατέλαβεν avec une prop. inf. : il arriva que… (cf. att. συμβαίνει) ; rar. en b. part τοῦτον κατέλαβε εὐτυχίη τις HDT il lui survint un événement heureux;
2 prendre (une place), occuper : τὴν ἀκρόπολιν THC la citadelle ; πάντα φυλακαῖς PLUT mettre des postes partout ; θέαν LUC prendre ses places au théâtre;
3 mettre la main sur, atteindre, acc.;
4 saisir au moment opportun, mettre la main sur, trouver, rencontrer, acc.;
5 saisir par l’intelligence, comprendre, acc.;
6 saisir tout à coup, surprendre : τινα ἐπ’ αὐτοφώρῳ PLAT qqn sur le fait, en flagrant délit;
II. saisir, d’où
1 comprimer, retenir : γομφοῖς PLUT maintenir avec des chevilles ; fig. κ. πίστι καὶ ὁρκίοισι HDT lier qqn par la foi jurée et par des serments ; τὰς σπονδὰς εὗρε κατειλημμένας THC il trouva le traité conclu;
2 obliger, contraindre : τινα φαίνειν HDT qqn à dire la vérité;
3 arrêter, retenir : ἐρίζοντας HDT des gens qui se disputent ; διαφοράς HDT mettre fin à des différends ; ὁ τῶν Περσέων θάνατος καταλαμφθεὶς (ion.) ἐσιγήθη HDT on arrêta l’enquête sur la mort des Perses et l’on n’en parle plus;
Moy. καταλαμβάνομαι se saisir, s’emparer de ; fig. prendre en main (des affaires).
Étymologie: κατά, λαμβάνω.

English (Slater)

καταλαμβάνω
   1 seize ? τελέσαι δ' ολ[ κα]τελάμβανον[ (Pae. 12.18)

English (Strong)

from κατά and λαμβάνω; to take eagerly, i.e. seize, possess, etc. (literally or figuratively): apprehend, attain, come upon, comprehend, find, obtain, perceive, (over-)take.

English (Thayer)

2nd aorist κατέλαβον; perfect infinitive κατειληφέναι; passive, perfect 3rd person singular κατείληπται (L T Tr WH text), perfect participle κατειλημμένος; 1st aorist κατειληφθην (Rst bez elz G) (on the augment cf. Winer's Grammar, § 12,6), and κατελήφθην (R G), and κατελήμφθην (ibid. L T Tr WH; on the mu μ' see under the word Mu); middle, present καταλαμβάνομαι; 2nd aorist κατελαβόμην; cf. Kühner, i., p. 856; (Veitch, under the word λαμβάνω); the Sept. for הִשִּׂיג, לָכַד, also for מָצָא, etc.; (from Homer down); to lay hold of; i. e.:
1. to lay hold of so as to make one's own, to obtain, attain to: with the accusative of the thing; the prize of victory, τήν δικαιοσύνην, to make one's own, to take into oneself, appropriate: ἡ σκοτία αὐτό (i. e. τό φῶς) οὐ κατέλαβεν, to seize upon, take possession of (Latin occupare);
a. of evils overtaking one (so in Greek writings from Homer down): τινα σκοτία, Tdf.); of the last day overtaking the wicked with destruction, to detect, catch: τινα ἐν τίνι, in passive WH ἐπί τίνι); with a participle indicating the crime, to lay hold of with the mind; to understand, perceive, learn, comprehend (Plato, Phaedr., p. 250d.; Axioch., p. 370a.; Polybius 8,4, 6; Philo, vita contempl. § 10; Dionysius Halicarnassus, Antiquities 5,46); middle (Dionysius Halicarnassus, Antiquities 2,66; (cf. Winer's Grammar, 253 (238))), followed by ὅτι, Ephesians 3:18.

Greek Monolingual

(AM καταλαμβάνω)
1. γίνομαι κύριος ενός πράγματος με βίαιο τρόπο, κατακτώ (α. «ο στρατός κατέλαβε καίριες θέσεις» β. «κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν», Θουκ.)
2. παίρνω κάτι στην κυριότητά μου, εξουσιάζω (α. «κατέλαβε την καρδιά της» β. «κατέλαβον τὴν τοῦ νέου τῆς ψυχής ακρόπολιν», Πλάτ.)
3. συλλαμβάνω κάποιον αιφνιδίως κατά την εκτέλεση μιας πράξης (α. «η σύζυγος τον κατέλαβε εξ απρόοπτου ενώ εκείνος γλυκοκοίταζε τη γειτόνισσα» β. «τον τοξότην ήκοντα καταλαβεῑν», Αριστοφ.
γ. «κατελήφθη σου λάθρᾳ πωλῶν τὰ σά», Ευρ.)
4. κυριεύω, ενσκήπτω (α. «τὸν δὲ κατ' ὄσσε ἔλλαβε... θάνατος», Ομ. Ιλ.
β. «συμφορά... κατείληφ' ἀστυγείτονας πόλεις», Ευρ.)
5. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι («κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς αἰσθήσεως», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. αποκτώ κάτι με επίπονη προσπάθεια
2. (για κτήματα) κατέχω χώρο, εκτείνομαι («τα κτήματά του γείτονα καταλαμβάνουν πολλά στρέμματα»)
3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κατειλημμένος, -η, -ο
ο μη διαθέσιμος, ο πιασμένος («όλες οι θέσεις ήταν κατειλημμένες»)
μσν.
1. συναντώ κάποιον
2. (για χρόνο) συμπληρώνομαι («ὡς γοῡν ἐκαταλάβασιν κἂν δεκαπέντε χρόνια»)
3. φτάνω σε κάποιο μέρος («τὸ πότε ἐκατέλαβεν ἐκεῑ εἰς τὴν Βενετίαν», Χρον. Moρ.)
μσν.-αρχ.
1. επέρχομαι, καταφθάνω («τῆς... νυκτὸς ἤδη καταλαμβανούσης», Διόδ.)
2. βρίσκομαι παρών σε περίσταση («Ἄμασιν κατέλαβε ζώοντα», Ηρόδ.)
αρχ.
1. πιάνω κάτι γερά («τοῦ κατὰ νῶτα λαβών», Ομ. Οδ.)
2. προλαβαίνω κάποιον κατά τη στιγμή που φεύγει («οἱ δὲ καταλαμβάνοντες τοὺς φεύγοντας», Ηρόδ.)
3. αιφνιδιάζω («μὴ καταλαμβάνοιντο προϊούσαις ταῑς κλεισιάσιν εἰς τὸν στενωπόν», Πλούτ.)
4. παραλαμβάνω, παίρνω, αποδέχομαι
5. καλύπτω, σκεπάζω («καταλαβὼν τῇ χειρὶ σοῡ τον... ὀφθαλμόν», Πλάτ.)
6. στερεώνω κάτι σπρώχνοντάς το προς τα κάτω («καταλαμβάνειν πῶμα γόμφοις», Πλούτ.)
7. εμποδίζω, σταματώ («καταλαβεῑν αὐτῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν», Ηρόδ.)
8. δεσμεύω, αναγκάζω, υποχρεώνω («πίστι τε καταλαβόντες καὶ ὁρκίοισι», Ηρόδ.)
9. καταδικάζω, τιμωρώ («μὴ τὸν ἀναίτιον καταλαβόντας τὸν αἴτιον ἀφεῑναι», Αντιφ.)
10. (για τον ενάγοντα) εξασφαλίζω την καταδίκη
11. μέσ. καταλαμβάνομαι (για συγγραφείς) αφηγούμαι κάτι («τὰ δὲ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο, τούτων μνήμην ποιήσομαι», Ηρόδ.)
12. παθ. α) (για πρόσ.) κατέχομαι, εμφορούμαι («ὑπὸ τοῦ θεοῡ καταληφθείς», Πλωτίν.)
β) συμπιέζομαι, συνθλίβομαι («τὰς φλέβας καταλαμβανόμενοι», Αριστοτ.)
13. (το ουδ. μτχ. αορ. β' ως ουσ.) τὰ καταλαβόντα
τα συμβάντα, οι περιστάσεις
14. φρ. «καταλαμβάνω τὸ πνεῡμα» — κρατώ την αναπνοή (Γαλ.).

Greek Monotonic

καταλαμβάνω: μέλ. -λήψομαι, Ιων. -λάμψομαι· παρακ. -είληφα· Ιων. υπερσ. -λελαβήκεε — Παθ., Ιων. αόρ. αʹ -ελάμφθην·
I. 1. επικρατώ, κυριεύω, Λατ. occupare, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ. — Μέσ., κυριεύω για τον εαυτό μου, Λατ. capesso, σε Ηρόδ.
2. κυριεύω, καταβάλλω, έρχομαι ξαφνικά, βρίσκω, λέγεται για θάνατο ή κούραση, σε Όμηρ.
3. κατακτώ με το μυαλό, συλλαμβάνω, καταλαβαίνω, κατανοώ, εννοώ, σε Πλάτ.
II. 1. προλαβαίνω, προφθάνω, πιάνω, συλλαμβάνω, τοὺς φεύγοντας, σε Ηρόδ.· λέγεται για αποτυχίες, κυριεύω, συμβαίνω, επιπέφτω, καταλαμβάνω, στον ίδ.
2. ξαφνιάζω, αιφνιδιάζω, συλλαμβάνω, βρίσκω, Λατ. depre­hendo, με μτχ.· κ. τινὰ ζῶντα, στον ίδ.· καταλαμβάνει τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας, σε Δημ. κ.λπ.
3. απρόσ., καταλαμβάνει τινά, με απαρ., το Αττ. συμβαίνει, συμβαίνει κάτι σε κάποιον, είναι στη μοίρα κάποιου να κάνει κάτι, τοῦτον κατέλαβε κεῖσθαι, σε Ηρόδ.
4. απόλ., τὰ καταλαβόντα = τὰ συμβάντα, τα γεγονότα, οι συνθήκες, οι περιστάσεις, στον ίδ.· ἢν πόλεμος καταλαβῇ, σε Θουκ.
III. 1. καταπιέζω, καταπνίγω, συγκρατώ, σταματώ, αναχαιτίζω, εμποδίζω, τὴν δύναμιν Κύρου, σε Ηρόδ.· κ. τὸ πῦρ, την δαμάζω, την καταστέλλω, στον ίδ.· κ. ἑαυτόν, στον ίδ.· κ. τὰς διαφοράς, θέτω τέρμα σ' αυτές, στον ίδ. — Παθ., ὁ θάνατος καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη, στον ίδ.
2. δεσμεύω, κ. πίστι, ὁρκίοις, Λατ. jurejurando adstringere, δένω με όρκο, στον ίδ., Θουκ.
3. αναγκάζω ή εξαναγκάζω, υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι, με απαρ., ἀναγκαίη μιν κ. φαίνειν, τον πιέζει να φανερώσει την αλήθεια, σε Ηρόδ. — Παθ., καταλαμβανόμενος, αναγκασμένος, εξαναγκασμένος, υποχρεωμένος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

καταλαμβάνω: (fut. καταλήψομαι - ион. καταλάμψομαι, aor. 2 κατέλαβον, pf. κατείληφα - ион. καταλελάβηκα; pass.: aor. κατελήφθην - ион. κατελάμφθην, pf. κατείλημμαι)
1) схватывать, охватывать (νῶτά τινος Hom. - in tmesi);
2) захватывать (τὴν ἀκρόπολιν Thuc.; τὰ χρήματά τινος Arph.; Πειραιεὺς κατειλημμένος Isocr.);
3) тж. med. занимать (στρατόπεδον Thuc.; ἕδρας Arph.; πόλιν Polyb.; θέαν Luc.; πάντα φυλακαῖς Plut.);
4) хватать, ловить (φεύγοντας Her.; ὁ καταληφθείς θανάτῳ δίδοται Plat.): κατελήφθη πωλῶν τὰ σά Eur. он был пойман, когда продавал твои вещи;
5) зажимать, затыкать (τὰ ὦτα ταῖς χερσί Plut.);
6) сдерживать, задерживать, (при)останавливать (αὐξανομένην τὴν δύναμιν Κύρου Her.): ἴσχε καὶ καταλάμβανε σεωυτόν Her. смиряй и сдерживай себя; κ. τὸ πῦρ Her. потушить огонь;
7) прекращать, улаживать (τὰς διαφοράς Her.);
8) унимать, примирять (τοὺς ἐρίζοντας Her.);
9) укреплять, закреплять (φρουραῖς, sc. τὰς πόλεις Plut.; τὰ μὲν νόμοις κατειλημμένα, τὰ δὲ ἔθεσιν Arst.): ἐκ παλαιοῦ κατειλημμένος Arst. издревле укоренившийся;
10) обязывать, связывать (πίστι Her.; ὁρκίοις Her. и ὅρκοις τινὰ ποιεῖν τι Plut.): τὰ ταῖς ζημίαις ὑπὸ νόμων κατειλημμένα Plat. предписываемое законами под страхом наказаний; εὗρε (τὰς σπονδάς) κατειλημμένας Thuc. он нашел соглашение о перемирии утвержденным;
11) реже med. постигать (умом), воспринимать, усваивать (τι διὰ τῆς αἰσθήσεως Plat.; θείῳ ὄμματι τὰ θεῖα Arst.; δικαιοσύνην NT);
12) заставать, застигать, находить (τοὺς φύλακας ἀμφὶ πῦρ καθημένους Xen.; ἀνεῳγμένην τὴν θύραν Plat.; γυνὴ ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένη NT): καταλαβεῖν τινα ἔνδον Plat. застать кого-л. дома; κατέλαβε ὃν ἐβούλετο Arst. он встретил, кого хотел;
13) постигать, поражать (νοῦσος, ἥ μιν κατέλαβε Her.): εἴ τινας ξυμφορὰ καταλαμβάνοι Plat. если кого-л. постигнет несчастье;
14) доходить, достигать (τὸν Ἀντώνιον ἀγγελίαι δύο καταλαμβάνουσιν Plut.): καταλελάβηκέ με τοῦτο εἰς ὑμέας ἐκφῆναι Her. я доведен до того, что должен открыть вам это;
15) тж. med. замечать, обнаруживать (καταλαβέσθαι ἑαυτὸν ἀμαθέστερόν τινος ὄντα Plat.): αὐτὸς ἑαυτὸν οὐ κατείληφε γεγονὼς σοφός Plut. он незаметно для себя стал мудрецом;
16) med. брать на себя, принимать (τὰ πρήγματα Her.): τὰ δὲ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο, τουτέων μνήμην ποιήσομαι Her. то, чего другие не касались, о том я (и) упомяну;
17) происходить, приключаться, случаться: τὸν πατέρα κατέλαβε πρῆγμα τοιόνδε Her. с отцом (Деифона) случилось следующее; εἰ ὑμέας καταλελάβηκε ἀδύνατόν τι βωθέειν Her. если у вас случится так, что вы не сможете прийти на помощь; ἢν πόλεμος καταλαβῇ Thuc. если возникнет война; πρίν τι ἀνήκεστον ἡμᾶς καταλαβεῖν Thuc. прежде, чем с нами произойдет нечто непоправимое; Στησαγόρεα κατέλαβε ἀποθανεῖν ἄπαιδα Her. вышло так, что Стесагор умер бездетным; τὰ καταλαβόντα Her. происшествия, события, τῆς νυκτὸς καταλαβούσης Diod. с наступлением ночи.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατα-λαμβάνω, Ion. aor. pass. κατελάμφθην; perf. καταλελάβηκα, plqperf. 3 sing. καταλελαβήκεε; fut. ptc. med. sing. m. καταλαμψόμενος grijpen, zich meester maken van, bevangen:; τὸν δὲ κατ ’ ὄσσε ἔλλαβε θάνατος de dood kwam over zijn ogen Il. 5.8 (tmesis); εὖτ ’ ἄν μιν κάματος κατὰ γυῖα λάβῃσιν wanneer vermoeidheid zijn ledematen bevangt Od. 1.192 (tmesis); ἥ μιν κατέλαβε (een ziekte) die hij had opgelopen Hdt. 3.149; εἰ μὴ κατελάμβανε τοὺς αἰελούρους τοιάδε als niet het volgende aan de hand was met de katten Hdt. 2.66.1; μῶν τις συμφορά... κατείληφ ’ ἀστυγείτονας πόλις; een ramp heeft toch niet naburige steden getroffen? Eur. Hipp. 1161; zelden van een gunstig lot:; τοῦτον τὸν Συλοσῶντα κατέλαβε εὐτυχίη τις τοιήδε deze Syloson trof het volgende gelukkige lot Hdt. 3.139.2; onpers. καταλαμβάνει het treft, het gebeurt, de noodzaak doet zich voor, met acc. en inf.:; καταλελάβηκέ με … τοῦτο ἐς ὑμέας ἐκφῆναι ik zie mij genoodzaakt dit aan jullie te openbaren Hdt. 3.65.1; καταλαμβάνει μιν … φεύγειν het overkwam hem dat hij moest vluchten Hdt. 2.152.2; ptc. subst. τὰ καταλαβόντα de omstandigheden. begrijpen, bevatten:; κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐναργεστάτης αἰσθήσεως wij hebben haar (schoonheid) gevat door ons helderste zintuig Plat. Phaedr. 250d; ook med., met AcI of ὅτι -zin begrijpen dat:. κατελαβόμην μηδὲν ἄξιον αὐτὸν θανάτου πεπραχέναι ik begreep dat hij niets heeft gedaan waarop de doodstraf staat NT Act. Ap. 25.25; κ. ὅτι... ἀγράμματοί εἰσιν begrijpen dat zij ongeletterd zijn NT Act. Ap. 4.13. innemen, bezetten:; κ. τὴν Ἀθηναίων ἀκρόπολιν de acropolis van Athene bezetten Thuc. 1.126.4; κατέλαβον τὴν τοῦ νέου τῆς ψυχῆς ἀκρόπολιν ze hebben de acropolis van de ziel van de jongen bezet Plat. Resp. 560b; ook med.: Μιλτιάδεα … καταλαμψόμενον τὰ πρήγματα … ἀποστέλλουσι ze sturen Miltiades om de macht te grijpen Hdt. 6.39.1. grijpen, inhalen, oppakken:; καταλαμβάνειν τοὺς φεύγοντας de vluchtenden inhalen Hdt. 1.63.2; καταληφθεὶς θανάτῳ δίδοται wanneer hij wordt opgepakt, wordt hij ter dood gebracht Plat. Resp. 566c; aantreffen, vinden, betrappen:; ἔνδον καταλαμβάνειν binnen aantreffen Plat. Prot. 311a; κατείληπτο σοφιζόμενος hij was betrapt op intriges Dem. 21.164; γυναῖκα ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην een vrouw die op overspel betrapt was NT Io. 8.3; vaak met acc. en pred. ptc.:; Ἄμασιν οὐ κατέλαβε ζῶντα hij trof Amasis niet levend aan Hdt. 3.10.2; ἀνεῳγμένην καταλαμβάνειν τὴν θύραν de deur open vinden Plat. Smp. 174e; ook med.: ὡς ἐπ ’ αὐτοφώρῳ καταληψόμενος ἐμαυτόν om mijzelf er op heterdaad op te betrappen Plat. Ap. 22b. vastpakken:; κ. τῇ χειρὶ σοῦ τὸν ἕτερον ὀφθαλμόν één van je ogen met je hand dichthouden Plat. Tht. 165b; κατέλαβε τὰς χεῖρας hij hield zijn handen beet Plut. Sert. 26.11; overdr.: bedwingen:; καταλαβεῖν αὐτῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν de groei van hun macht beteugelen Hdt. 1.46.1; ἐρίζοντας … κατελάμβανε hij maakte een einde aan hun geruzie Hdt. 3.128.1; met inf.: κατελάμβανε τοὺς Αἰγυπτίους ταῦτα μὴ ποιέειν hij probeerde de Egyptenaren ervan te weerhouden dat te doen Hdt. 2.162.1. verplichten:. ἀναγκαίην μιν καταλαμβάνειν φαίνειν (hij zei) dat noodzaak hem dwong ermee voor de dag te komen Hdt. 3.75.2; πίστι καὶ ὁρκίοισι καταλαμβάνειν met belofte en eden verplichten Hdt. 9.106.4; τὰ μὲν νόμοις κατειλημμένα deels door wetten verplicht Aristot. Pol. 1324b22.

Middle Liddell

fut. -λήψομαι ionic -λάμψομαι perf. -είληφα ionic plup. -λελαβήκεε Pass., ionic aor1 -ελάμφθην
I. to seize upon, lay hold of, Lat. occupare, Od., Hdt., attic:—Mid. to seize for oneself, Lat. capesso, Hdt.
2. to seize, overpower, of death and fatigue, Hom.
3. to seize with the mind, apprehend, comprehend, Plat.
II. to catch, overtake, come up with, τοὺς φεύγοντας Hdt.: of mischances, to overtake, befall, Hdt.
2. to surprise, catch, find, Lat. deprehendo, with a partic., κ. τινὰ ζῶντα Hdt.; καταλαμβάνει τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας Dem., etc.
3. impers., καταλαμβάνει τινά, c. inf., like the attic συμβαίνει, it happens to one, it is one's fortune to do so and so, τοῦτον κατέλαβε κεῖσθαι Hdt.
4. absol., τὰ καταλαβόντα = τὰ συμβάντα, what happened, the circumstances, Hdt.; ἢν πόλεμος καταλαβῇ Thuc.
III. to repress, arrest, check, τὴν δύναμιν Κύρου Hdt.; κ. τὸ πῦρ to get it under, Hdt.; κ. ἑαυτόν Hdt.; κ. τὰς διαφοράς to put an end to them, Hdt.:—Pass., ὁ θάνατος καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη inquiries about the death being checked, Hdt.
2. to bind, κ. πίστι, ὁρκίοις, Lat. jurejurando adstringere, to bind by oath, Hdt., Thuc.
3. to force or compel one to do, c. inf., ἀναγκαίη μιν κ. φαίνειν forces him to bring out the truth, Hdt.:—Pass., καταλαμβανόμενος being constrained, Hdt.

Chinese

原文音譯:katalamb£nw 卡他-藍巴挪
詞類次數:動詞(15)
原文字根:向下-得著(向上) 相當於: (דָּבַק‎) (לָכַד‎) (מַשֶּׂגֶת‎ / נָשַׂג‎)
字義溯源:抓住,接受,拿,得著,領會,了解,明白,理解,捉弄,臨到,看出,查明,臨到,突然臨到;由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(λαμβάνω)*=拿,取)組成。參讀 (ἀγρεύω)同義字參讀 (εὑρίσκω)同義字
出現次數:總共(15);可(1);約(4);徒(3);羅(1);林前(1);弗(1);腓(3);帖前(1)
譯字彙編
1) 被拿的(2) 約8:3; 約8:4;
2) 將突然臨到(1) 帖前5:4;
3) 已經得著了(1) 腓3:13;
4) 我⋯看(1) 徒10:34;
5) 我⋯可以得著(1) 腓3:12;
6) 我⋯所得著(1) 腓3:12;
7) 領會(1) 弗3:18;
8) 得著了(1) 羅9:30;
9) 臨到(1) 約12:35;
10) 接受(1) 約1:5;
11) 看出(1) 徒4:13;
12) 查明(1) 徒25:25;
13) 牠捉弄(1) 可9:18;
14) 你們可得著(1) 林前9:24