Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατανοώ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

(AM κατανοῶ, -έω)
1. εννοώ κάτι καλά, καταλαβαίνω πλήρως (α. «οι μαθητές κατανόησαν το μάθημα» β. «οὐ γάρ που κατανοῶ τὸ νῡν ἐρωτώμενον», Πλάτ.)
2. αντιλαμβάνομαι («από τις μετακινήσεις του εχθρού κατανόησαν ότι θα γίνει επίθεση»)
3. σχηματίζω σαφή αντίληψη για κάτι («κατανοεῑς τίς ποτ' ἐστίν;», Αντίφ.)
αρχ.
1. σκέπτομαι, συλλογίζομαι («καὶ τοίνυν κατανοῶν περὶ τούτων... δοκῶ», Ξεν.)
2. μαθαίνω κάτι («τῆς τε Περσίδος γλώσσης ὅσα ἐδύνατο κατενόησε», Θουκ.)
3. κοιτάζω κάτι εξεταστικά
4. διατηρώ την αντίληψή μου
5. παθ. κατανοοῡμαι, -έομαι
α) είμαι κατανοητός
β) γίνομαι αποδεκτός.