Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καφές

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

ο
1. το σπέρμα του φυτού καφέακαφές Βραζιλίας»)
2. το ρόφημα που παρασκευάζεται με βρασμό τών καβουρδισμένων και αλεσμένων σπερμάτων του καφεόδεντρου («μέτριος καφές»)
3. το δέντρο καφέα
4. φρ. «λέω τον καφέ» — μαντεύω παρατηρώντας το κατακάθι του καφέ στο φλιτζάνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. cafe < τουρκ. kahve < αραβ. qahwah. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στο Λεξικόν της ελληνικής διαλέκτου του Στέφανου Κουμανούδη].