κοσκινάκι

From LSJ

τῶν δ᾿ ἄλλων τῶν νοσηματικῶν ἧττον μετέχουσιν αἱ γυναῖκες → apart from this one, women are less troubled by maladies

Source

Greek Monolingual

το
1. μικρό κόσκινο
2. παροιμ. «καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σέ κρεμάσω» — καθετί νέο βρίσκει ιδιαίτερες περιποιήσεις.