Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουρέλι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το
1. κομμάτι παλιού ή σχισμένου ρούχου, ράκος
2. άχρηστο κομμάτι υφάσματος
3. συνεκδ. καθετί φθαρμένο
4. άνθρωπος εξουθενωμένος από κούραση, ταλαιπωρία ή ψυχική οδύνη
5. φρ. α) «έγινα κουρέλι» — έγινα ερείπιο
β) «κάνω κάποιον κουρέλι» — καταρρακώνω, εξευτελίζω κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κουρέλλιον, υποκορ. του κούρελλον < λατ. corellum < coriellum, υποκορ. του corium «δέρμα»].