Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουρέλι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το
1. κομμάτι παλιού ή σχισμένου ρούχου, ράκος
2. άχρηστο κομμάτι υφάσματος
3. συνεκδ. καθετί φθαρμένο
4. άνθρωπος εξουθενωμένος από κούραση, ταλαιπωρία ή ψυχική οδύνη
5. φρ. α) «έγινα κουρέλι» — έγινα ερείπιο
β) «κάνω κάποιον κουρέλι» — καταρρακώνω, εξευτελίζω κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κουρέλλιον, υποκορ. του κούρελλον < λατ. corellum < coriellum, υποκορ. του corium «δέρμα»].