Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουφότητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (Α κουφότης -ητος) [[[κούφος]] (Ι)]
1. έλλειψη βάρους («τῶν δὴ τόξων και τοξευμάτων ἡ κουφότης ἁρμόττειν δοκεῑ», Πλάτ.)
2. μτφ. κουφόνοια, επιπολαιότητα, απερισκεψία
αρχ.
1. ευκινησία, γρηγοράδα
2. ευπεψία
3. (για ύφος) ελαφρότητα
4. ανακούφισηκουφότης μόχθων», Ευρ.).