Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτιστός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κτιστός Medium diacritics: κτιστός Low diacritics: κτιστός Capitals: ΚΤΙΣΤΟΣ
Transliteration A: ktistós Transliteration B: ktistos Transliteration C: ktistos Beta Code: ktisto/s

English (LSJ)

ή, όν, A wrought, λάεσσιν h.Ap.299. 2 built: neut. κ., τό, building, PFay.117.23 (ii A.D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

κτιστός: -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθετ. τοῦ κτίζω, ἐκτισμένος, δεδημιουργημένος, Ἐκκλ.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM κτιστός, -ή, -όν) κτίζω
κτισμένος, οικοδομημένος
νεοελλ.
κατασκευασμένος με τοιχοποιία
μσν.-αρχ.
1. δημιουργημένος, πλασμένος από τον θεό
2. υλικός, υπαρκτός
αρχ.
σφυρηλατημένος, επεξεργασμένος, δουλεμένος.
επίρρ...
κτιστά (AM κτιστῶς)
νεοελλ.
με κτίσιμο, με τοιχοποιία
μσν.-αρχ.
από άποψη δημιουργίας.