Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτιστός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κτιστός Medium diacritics: κτιστός Low diacritics: κτιστός Capitals: ΚΤΙΣΤΟΣ
Transliteration A: ktistós Transliteration B: ktistos Transliteration C: ktistos Beta Code: ktisto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A wrought, λάεσσιν h.Ap.299.    2 built: neut. κ., τό, building, PFay.117.23 (ii A.D.).

Greek (Liddell-Scott)

κτιστός: -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθετ. τοῦ κτίζω, ἐκτισμένος, δεδημιουργημένος, Ἐκκλ.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM κτιστός, -ή, -όν) κτίζω
κτισμένος, οικοδομημένος
νεοελλ.
κατασκευασμένος με τοιχοποιία
μσν.-αρχ.
1. δημιουργημένος, πλασμένος από τον θεό
2. υλικός, υπαρκτός
αρχ.
σφυρηλατημένος, επεξεργασμένος, δουλεμένος.
επίρρ...
κτιστά (AM κτιστῶς)
νεοελλ.
με κτίσιμο, με τοιχοποιία
μσν.-αρχ.
από άποψη δημιουργίας.