Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυκλοπληγία

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η
ιατρ. παράλυση του ακτινωτού μυός που εκδηλώνεται με αδυναμία προσαρμογής του οφθαλμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cycloplegia < cycl(o)- (< κύκλος) + -plegia (< -πληγία < πληγή)].