Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδυναμία

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

η (Α ἀδυναμία) ἀδύναμος
1. η λόγω ασθένειας, κόπωσης ή ελλιπούς τροφής καταβολή των σωματικών δυνάμεων, εξασθένηση, εξάντληση, ατονία
2. έλλειψη ικανότητας για κάτι, ανικανότητα
νεοελλ.
1. ελάττωμα, κακή συνήθεια
2. υπερβολική συμπάθεια, μεγάλη αγάπη
αρχ.
έλλειψη πόρων, φτώχεια.