Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδυναμία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (Α ἀδυναμία) ἀδύναμος
1. η λόγω ασθένειας, κόπωσης ή ελλιπούς τροφής καταβολή των σωματικών δυνάμεων, εξασθένηση, εξάντληση, ατονία
2. έλλειψη ικανότητας για κάτι, ανικανότητα
νεοελλ.
1. ελάττωμα, κακή συνήθεια
2. υπερβολική συμπάθεια, μεγάλη αγάπη
αρχ.
έλλειψη πόρων, φτώχεια.