Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδυναμία

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

η (Α ἀδυναμία) ἀδύναμος
1. η λόγω ασθένειας, κόπωσης ή ελλιπούς τροφής καταβολή των σωματικών δυνάμεων, εξασθένηση, εξάντληση, ατονία
2. έλλειψη ικανότητας για κάτι, ανικανότητα
νεοελλ.
1. ελάττωμα, κακή συνήθεια
2. υπερβολική συμπάθεια, μεγάλη αγάπη
αρχ.
έλλειψη πόρων, φτώχεια.