Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυματόθριξ

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

και κυμόθριξ, -άτριχος, ο
1. αυτός που έχει κυματιστά μαλλιά ή γένια
2. ο πληθ. ως ουσ. οι κυματότριχες
μια από τις τρεις κατηγορίες στις οποίες διακρίνονται οι άνθρωποι με βάση τον σχηματισμό τών μαλλιών τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -θριξ (< θρίξ), πρβλ. ουλόθριξ, φυκόθριξ].