Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυματότροφος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

κυματότροφος, -ον (Α)
αυτός που τρέφεται από τα κύματα της θάλασσας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + -τροφος (< τρέφω), πρβλ. ασπιδότροφος, γλαγότροφος. Βλ. και κυματοτρόφος].

Russian (Dvoretsky)

κῡμᾰτότροφος: питающийся морской добычей (Eur. - v. l. κυματοφθόρος).