Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λαι-

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λαι Medium diacritics: λαι- Low diacritics: λαι- Capitals: ΛΑΙ-
Transliteration A: lai- Transliteration B: lai- Transliteration C: lai- Beta Code: lai

English (LSJ)

λαισ-, insep. prefix with intens. sense (cf. λα-) in λαίμαργος, λαίσκαπρος, λαίσπαις. λαΐα,

   A v. λᾴα.

Greek (Liddell-Scott)

λαι-: λαισ-, ἀχώριστον προθετικὸν μόριον, μετ’ ἐπιτατ. σημασία (πρβλ. λα-) ἐν τοῖς λαίμαργος, λαίσκαπρος, λαίσπαις, λαισποδίας.

Greek Monolingual

/ λαι- και λαισ- (Α)
αχώριστο προθεματικό μόριο με επιτατική σημασία, π. χ. λαίμαργος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λα-].