Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λειουργός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek (Liddell-Scott)

λειουργός: ὁ, (*ἔργω) λιθουργὸς κατεργαζόμενος τοὺς λίθους καὶ λεαίνων αὐτοὺς κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὸν γλύπτην, Συλλ. Ἐπιγρ. 9, ἴδε Böckh σ. 285.

Greek Monolingual

λειουργός, ὁ (Α)
επιγρ. λιθοξόος, μαρμαρογλύπτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεῖος + -Fοργός (< ἔργον), πρβλ. ξυλ-ουργός, σιδηρ-ουργός. Η μορφή του β' συνθετικού -Fοργός μαρτυρείται σε σύνθ. της Μυκηναϊκής (πρβλ. tokoso-woko: τοξο-Fοργός)].