Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξυλουργός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ξῠλουργός Medium diacritics: ξυλουργός Low diacritics: ξυλουργός Capitals: ΞΥΛΟΥΡΓΟΣ
Transliteration A: xylourgós Transliteration B: xylourgos Transliteration C: ksylourgos Beta Code: culourgo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A carpenter, joiner, IG12.373.235, Poll.7.101 ; cf. ξυλοεργός.

German (Pape)

[Seite 281] Holz bearbeitend, ὁ ξ., Zimmermann, Tischler, Bildschnitzer, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ξῠλουργός: ὁ, (*ἔργω) τέκτων, ὁ ἐργαζόμενος ἢ σκαλίζων τὸ ξύλον, Πολυδ. Ζ΄, 101.

Greek Monolingual

ο (Α ξυλουργός και ξυλοεργός)
τεχνίτης ειδικός στην κατεργασία του ξύλου, μαραγκός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + -ουργός (< ἔργον), πρβλ. λιθ-ουργός].