Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λειόσπερμος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο
(για φυτό) αυτός που έχει λεία σπέρματα, δηλαδή χωρίς τρίχες, αυλακώσεις ή σαρκώδεις αποφύσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεῖος + -σπερμος (< σπέρμα), πρβλ. έν-σπερμος, μονό-σπερμος].