Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιμνοσώματος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λιμνοσώμᾰτος Medium diacritics: λιμνοσώματος Low diacritics: λιμνοσώματος Capitals: ΛΙΜΝΟΣΩΜΑΤΟΣ
Transliteration A: limnosṓmatos Transliteration B: limnosōmatos Transliteration C: limnosomatos Beta Code: limnosw/matos

English (LSJ)

ον,

   A marsh-bodied, ἐγχέλεις Eub.37 (s. v.l.).

Greek (Liddell-Scott)

λιμνοσώμᾰτος: -ον, ἔχων τὸ σῶμα ἐντὸς λίμνης ἢ ἕλους, λ. ἐγχέλεις, ἴδε λειοσώματος.

Greek Monolingual

λιμνοσώματος, -ον (Α)
(για ψάρι) αυτός που ζει μέσα σε λίμνες.