Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψάρι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(I)
το, Ν
1. ο ιχθύς
2. μτφ. (για πρόσ.) (σκωπτικά) α) δειλός, φοβιτσιάρης
β) ατάλαντος τραγουδιστής
γ) ο νεοσύλλεκτος
3. φρ. α) «τρέμει σαν το ψάρι» — φοβάται πολύ
β) «μού 'ψησε το ψάρι στα χείλη» — μέ βασάνισε, μέ ταλαιπώρησε πολύ
γ) «φάτε, μάτια, ψάρια κι η κοιλιά περίδρομο» — λέγεται για κάποιον που θαυμάζει ή επιθυμεί κάτι χωρίς να έχει τη δυνατότητα να το αποκτήσει
4. παροιμ. α) «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» — δηλώνει ότι ο πιο ισχυρός επικρατεί
β) «άσπρα στο πουγγί, ψάρια στο βουνί» — δηλώνει ότι για όποιον έχει χρήματα όλα είναι δυνατά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀψάριον, υποκορ. του ὄψον «προσφάι», με σίγηση του αρκτικού άτονου ο- (βλ. λ. όψον). Η σημ. «ψάρι» της λ. είναι ήδη αρχ.: ὄψον «το ψάρι ως κύριο προσφάι τών Αθηναίων»].
(II)
το, Ν
ψαρονέφρι, φιλέτο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο αρχ. ψ(ο)ιάριον, υποκορ. τών ψόα / ψοιά «οι μύες της οσφυϊκής χώρας μέχρι την περιοχή τών νεφρών» (με αποβολή του -(ο)ι-, πρβλ. σιαγόνιον: σαγόνι)].