Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαζώνω

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

μαζώνω) μάζα
μαζεύω
μσν.
φρ. α) «μαζώνω τὴ βουλή μου» — παίρνω απόφαση
β) «μὲ μαζώνει ὁ Χάρος» — πεθαίνω.