Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαχαλάς

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ο (Μ μαχαλάς)
1. συνοικία, γειτονιά
2. φρ. «στον παρακάτω μαχαλά» — λέγεται για δήλωση άρνησης σε ένα αίτημα αλλά και σε παιδικό παιχνίδι
3. παροιμ. «κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη» — κάθε τόπος έχει τα δικά του ήθη και έθιμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. mahalle].