Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζακόνι

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

το (Μ ζακόνι και ζακόνιν)
1. συνήθεια, έθιμο
2. παροιμ. «κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη» — ο κάθε τόπος έχει τις δικές του συνήθειες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. zakonŭ].