μεγανθής

From LSJ

Γνώμης γὰρ ἐσθλῆς ἔργα χρηστὰ γίγνεται → Proba sunt illius facta, cui mens est proba → Aus edler Einstellung erwächst die edle Tat

Menander, Monostichoi, 112

Greek Monolingual

-ές
1. αυτός που έχει μεγάλα άνθη
2. αυτός που έχει πολλά άνθη, πολυανθής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεγα- + ἄνθος. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Άστυ].