Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετακάνω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

και ματακάνω (Μ μετακά[μ]νω και ματακά[μ]νω)
1. κάνω κάτι εκ νέου, ξανακάνω
2. (ειδικά) ξαναχτίζω
μσν.
μεταβάλλω εκ νέου.