Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετατύπωση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (ΑΜ μετατύπωσις) μετατυπώνω
νεοελλ.
τύπωση εκ νέου, ανατύπωση
μσν.
γραμμ. ανάλυση σύνθετης λέξης στα συνθετικά που τήν απαρτίζουν, λ.χ. ἀκρόπολις: ἄκρα πόλις
αρχ.
1. (γενικά) μεταμόρφωση, μετασχηματισμός
2. γραμμ. μεταβολή γραφής.