μετατυπώνω
From LSJ
ἄνω ποταμῶν ἱερῶν χωροῦσι παγαί → the springs of sacred rivers flow upward, backward to their sources flow the streams of holy rivers
Greek Monolingual
(ΑΜ μετατυπῶ, -όω, Μ και ματατυπώνω)
νεοελλ.-μσν.
τυπώνω εκ νέου, ξανατυπώνω, ανατυπώνω
αρχ.
1. μετασχηματίζω, μεταποιώ, μεταβάλλω τον τύπο κάποιου
2. μεταβάλλω τη γραφή
3. (γενικά) τροποποιώ, μετατρέπω.