Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταμόρφωση

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η (ΑM μεταμόρφωσις) μεταμορφώνω
1. μεταβολή, αλλαγή της μορφής ή του σχήματος, μετασχηματισμός («οὐκ ἀγνοήσει τὰς μυθικὰς μεταμορφώσεις ἁπάσας», Λουκιαν.)
2. φρ. «ἡ μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος»
εκκλ. η εκούσια μεταλλαγή της φθαρτής φύσης του Ιησού Χριστού, καθώς και η εορτή που τελείται κατά την 6η Αυγούστου
3. (στον πληθ. ως κύριο όν.) Μεταμορφώσεις
τίτλος έργου του Οβιδίου
νεοελλ.
1. αλλαγή της φύσης, τών ιδιοτήτων ή του χαρακτήρα κάποιου
2. (ηλεκτρολ.) η μετατροπή του ηλεκτρικού ρεύματος κατά την τάση, την ένταση ή τη μορφή, αλλ. μετασχηματισμός
3. (πετρογρ.) το σύνολο τών ορυκτολογικών και ιστολογικών μεταβολών που υφίσταται ένα στερεό πέτρωμα όταν βρεθεί σε συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν κατά τον σχηματισμό του
4. βιολ. το σύνολο τών ριζικών μετασχηματισμών στη μορφολογία και στη δομή ενός ζώου κατά τη μετεμβρυϊκή του ανάπτυξη, όπως λ.χ. της κάμπιας σε πεταλούδα, του γυρίνου σε βάτραχο κ.ο.κ.
5. βοτ. η διαδικασία μορφολογικής απόκλισης ενός οργάνου από τη γνωστή τυπική του μορφή, κατά την οποία το μεταμορφωμένο όργανο παίρνει συχνά τη μορφή άλλου θεμελιώδους οργάνου.