Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μιαρωσύνη

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ → What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek (Liddell-Scott)

μιαρωσύνη: ἡ, μιαρία, μιαρότης, μιαρωσύνης νομιζομένης τῆς προτέρας ἱερωσύνης Θ. Βαλσ. ἐν Συντ. καν. τ. 4, σ. 474.

Greek Monolingual

μιαρωσύνη, ἡ (Μ) μιαρός
μιαρότητα, ανοσιότητα, ανιερότητα.