Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μῶρον

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

German (Pape)

[Seite 226] τό, = μόρον, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

μῶρον: τό, = μόρον, Ἀρετ. Ὀξ. Νούσ. Θεραπ. 1. 7. ― Κατὰ Κόντον (ἐν Ἀθηνᾶς τ. Γ΄, σ. 565) πλημμελὴς ὁ διὰ τοῦ ω τύπος.

Greek Monolingual

μῶρον, τὸ (Α)
(δ. γρφ.) μόρον.

Russian (Dvoretsky)

μῶρον: τό тж. pl.
1) безумие, безрассудство Eur.;
2) безрассудная вещь, нелепое желание, неразумное слово (μῶρα φρονεῖν, δρᾶν Soph.; βουλεύεσθαι Arph.).