Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νερουλός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ νερουλός, -ή, -όν)
αυτός που περιέχει πολύ νερό ή ο ρευστός σαν νερό, υδαρής
νεοελλ.
αυτός που στερείται συνεκτικότητας, σωματικής ή πνευματικής ευρωστίας, πλαδαρός, νερουλιασμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νερό + κατάλ. -ουλός (πρβλ. βαθ-ουλός, παχ-ουλός)].