Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νερουλός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ νερουλός, -ή, -όν)
αυτός που περιέχει πολύ νερό ή ο ρευστός σαν νερό, υδαρής
νεοελλ.
αυτός που στερείται συνεκτικότητας, σωματικής ή πνευματικής ευρωστίας, πλαδαρός, νερουλιασμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νερό + κατάλ. -ουλός (πρβλ. βαθ-ουλός, παχ-ουλός)].