Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλαδαρός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: πλᾰδᾰρός Medium diacritics: πλαδαρός Low diacritics: πλαδαρός Capitals: ΠΛΑΔΑΡΟΣ
Transliteration A: pladarós Transliteration B: pladaros Transliteration C: pladaros Beta Code: pladaro/s

English (LSJ)

ά, όν,

   A moist, damp, ἱδρῶτι πλαδαρὴ κόμη AP9.653 (Agath.); καρήατα A.R.3.1398 ; πλαδαραὶ σάρκες flabby, flaccid, Hp.Int.40, etc.; οὖλα Dsc.5.5 ; διαχωρήματα -ώτερα loose, watery, Hp.Acut.52; ὕλη Sch. Iamb.Comm.Math.4; weak, δόρυ Plb.Fr.69 (nisi leg. κλαδ-); of taste, insipid, opp. στρυφνός, Hp.VM14,15, cf. Aristid.Quint.2.15 (Comp.).

German (Pape)

[Seite 623] n aß, feucht, bes. zu naß; πλαδαρὴ ἱδρῶτι κόμο, Agath. 50 (IX, 163); durch Nässe verdorben, matschig, schwammig, z. B. σάρξ, faul, Hippocr. u. a. Medic.; καρήατα, junge, weiche, noch nicht fest gewordene, Ap. Rh. 3, 1398.

Greek (Liddell-Scott)

πλᾰδᾰρός: -ά, -όν, (πλάδος, πλαδάω) ὑγρός, νοτερός, πλαδαρὴ ἱδρῶτι κόμη Ἀνθ. Π. 9. 653· καρήατα Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1398· πλαδαραὶ σάρκες, χαλαραί, χαῦναι, Ἱππ. 553. 42, κτλ.· οὖλα Διοσκ. 5. 7· πλ. διαχωρήματα, ὑδαρῆ, Ἱππ. 392. 45· ― ἐπὶ γεύσεως, ἀνούσιος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ στρυφνός, Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 13, πρβλ. 14.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 humide, aqueux;
2 mou, flasque;
3 fade.
Étymologie: πλάδος.

Greek Monolingual

-ή, -ό / πλαδαρός, -ά, -όν, ΝΜΑ
(ιδίως για τα σαρκώδη μέλη του σώματος) χαλαρός, μαλακός, άτονος (α. «πλαδαροί μαστοί» β. «πλαδαραὶ σάρκες», Ιπποκρ.)
νεοελλ.
1. (κυρίως για ύφος λόγου) ο στερούμενος εσωτερικής συνοχής και λογικής αλληλουχίας
2. συνεκδ. (για πρόσ.) αυτός που έχει χαλαρές, μαλακές σάρκες («πλαδαρή γυναίκα»)
αρχ.
1. υγρός, νοτερός («πλαδαρὴ ἱδρῶτι κόμη», Ανθ. Παλ.)
2. ανίσχυρος, ασθενής («τὸ δὲ δόρυ πλαδαρὸν εἶναι», Πολ.)
3. (για γεύση) άνοστος («ἁλμυρὸν καὶ πικρὸν καὶ γλυκὺ καὶ ὀξὺ καὶ στρυφνὸν καὶ πλαδαρόν», Ιπποκρ.)
4. αδρανής.
επίρρ...
πλαδαρώς και -ά, Ν
(για ύφος λόγου) με πλαδαρό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός όρος, αβέβαιης ετυμολ., που απαντά κυρίως σε κείμενα ιατρικά και εμφανίζει επίθημα -αρός, όπως και άλλα επίθ. που δηλώνουν αδυναμία ή χαλάρωση (πρβλ. κλαδ-αρός, λαπ-αρός, μαδ-αρός, χαλ-αρός). Παρλλ. με το πλαδαρός απαντούν οι τ. πλαδῶ και πλάδος (για το σύστημα αυτό, πρβλ. κλαδ-αρός: κλαδῶ: κλάδος, μαδαρός: μαδῶ: μάδος, ῥυπαρός: ῥυπῶ: ῥύπος). Από μορφολογική άποψη, η λ. θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί με ορισμένους τ. με σημ. «κολυμπώ, πετώ» (πρβλ. λιθουαν. peldu «κολυμπώ», γερμ. flattern «φτερουγίζω, κυματίζω») ή «χύνω, ρέω» (πρβλ. λιθουαν. pilu «χύνω, γεμίζω»). Στην περίπτωση αυτή θα εντασσόταν στην ίδια οικογένεια με τους τ. πίμπλημι, πολύς.

Greek Monotonic

πλᾰδᾰρός: -ά, -όν, υγρός, βρεγμένος, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

πλᾰδᾰρός: мокрый, влажный (πλαδαρὴ ἱδρῶτι κόμη Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλαδαρός -ά -όν week, vochtig; smakeloos. Hp. VM 14.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: damp, watery, spongy, soft, flaccid, tasteless (Hp., A. R., Dsc.).
Derivatives: πλαδαρ-ότης f. flaccidity (Epicur.), -όομαι to become soft (Aq.), -ωσις f. (medic.), -ωμα n. (Suid.). Besides πλαδάω to be watery, soft (Hp., Arist., Ph.) with -ησις f. (Sor.); also -ωσις f. (Aët.) as from *-όω; πλάδος m. dampness, sponginess with -ώδης (Hp.), -όεις (sch.); πλάδη f. id. (Emp.), perh. backformation from πλαδάω.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Expressive words, to be found esp. in the medic. lit.. With πλαδ-αρός : -άω : -ος agree the semantically close rhiming words κλαδ-αρός : -άω : -ος, μαδ-αρός : -άω : -ος; thus ῥυπ-αρός : -άω : -ος a.o.; s. Chantraine Form. 227. The genetic relation of these forms remains unclear; cf. on κραδάω, κράδη. -- No agreements outside Greek; formally closest is a Balt. verb for swim, e.g. Lith. példu (példžiu), peldė́ti. If on separates the d (cf. κλαδαρός : κλάω (?)) one may connect expressions for pour, spill etc. in Lith. pilù pìlti (with zero grade) and Arm. heɫum (*pel-nu-mi) a.o.; s. WP. 2, 54f. a. 66, Pok. 798f., Fraenkel s. vv. Earlier, dated attempts in Bq (also Specht Ursprung 171 a. 228). -- (Not to πλέω, πολύς). - The word can hardly be IE; is it Pre-Greek?

Middle Liddell

πλᾰδᾰρός, ή, όν
wet, damp, Anth.

Frisk Etymology German

πλαδαρός: {pladarós}
Meaning: feucht, wässerig, schwammig, weich, schlaff, geschmacklos (Hp., A. R., Dsk. u.a.)
Derivative: mit πλαδαρότης f. Schlaffheit (Epikur. u.a.), -όομαι aufgeweicht werden (Aq.), -ωοσις f. (Mediz.), -ωμα n. (Suid.). Daneben πλαδάω wässerig, weich sein (Hp., Arist., Ph. usw.) mit -ησις f. (Sor.); auch -ωοσις f. (Aët.) wie von *-όω; πλάδος m. Feuchtigkeit, Schwammigkeit mit -ώδης (Hp. u.a.), -όεις (Sch.); πλάδη f. ib. (Emp.), vielleicht von πλαδάω rückgebildet.
Etymology : Expressive Wörter, die vorwiegend in der mediz. Lit. anzutreffen sind. Zu πλαδαρός : -άω : -ος stimmen die semantisch nahestehenden Reimwörter κλαδαρός : -άω : -ος, μαδαρός : -άω : -ος; ebenso ῥυπαρός : -άω : -ος u.a.; s. Chantraine Form. 227. Das genetische Verhältnis der Bildungen untereinander bleibt unklar; vgl. zu κραδάω, κράδη. — Genaue außergriech. Entsprechungen fehlen; formal am nächsten kommt ein balt. Verb für schwimmen, z.B. lit. példu (példžiu), peldė́ti. Bei Abtrennung des d (vgl. κλαδαρός : κλάω) gewinnt man Anschluß an Ausdrücke für gießen, schütten in lit. pilù pìlti (mit Schwachstufe) und arm. heɫum (*pel-nu-mi) u.a.; s. WP. 2, 54f. u. 66, Pok. 798f., Fraenkel s. vv. Frühere, überholte Versuche bei Bq (auch Specht Ursprung 171 u. 228). — Vgl. noch πλέω, auch πολύς.
Page 2,547-548