νιούτον

From LSJ

Θυμοῦ κρατῆσαι κἀπιθυμίας καλόν → Res pulchra et iram et cupiditatem vincere → Den Zorn zu bändigen und die Begier ist schön

Menander, Monostichoi, 254

Greek Monolingual

φυσ. μονάδα μέτρησης δύναμης στο Διεθνές Σύστημα μονάδων, η οποία ισοδυναμεί με τη δύναμη που προσδίδει σε ένα ελεύθερο σώμα μάζας ενός χιλιογράμμου επιτάχυνση ίση με ένα μέτρο ανά δευτερόλεπτο στο τετράγωνο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. newton, από το όν. του Isaac Newton (Ισαάκ Νεύτωνος), Άγγλου φυσικού, μαθηματικού και φιλοσόφου].