Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νοιάζομαι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

και γνοιάζομαι
1. ενδιαφέρομαι για κάποιον ή για κάτι, μεριμνώ, έχω έγνοια
2. έχω προβλήματα που μέ απασχολούν, ανησυχώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐννοιάζομαι < ἔννοια + κατάλ. -ζω, με σίγηση του αρκτικού -ε-. Ο τ. γνοιάζομαι με ανάπτυξη -γ- προ του -ν- (πρβλ. σύννεφο: σύγνεφο)].