Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ντήζελ

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ → What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek Monolingual

η, και ντήζελ, το
άκλ.
1. μηχανή εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιεί ως καύσιμο το βαρύ πετρέλαιο, ντηζελοκινητήρας
2. (το ουδ.) (κατ' επέκτ.) το βαρύ πετρέλαιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. diesel < R. Diesel, όν. Γερμανού μηχανικού και εφευρέτη].