Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξακουστός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό
ξακουσμένος, ονομαστός, φημισμένος, περίφημος, διάσημος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐξ-ακουστός (< ἐξ-ακούω), με σίγηση του αρκτ. φωνήεντος (βλ. και λ. ξε-με επιτ. σημ.)].