Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθοειδής

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ξανθοειδής Medium diacritics: ξανθοειδής Low diacritics: ξανθοειδής Capitals: ΞΑΝΘΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: xanthoeidḗs Transliteration B: xanthoeidēs Transliteration C: ksanthoeidis Beta Code: canqoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A yellow in appearance, Heph.Astr.1.1.

Greek Monolingual

ξανθοειδής, -ές (ΑΜ)
μσν.
αυτός που έχει ξανθά μαλλιά και ανοιχτό χρώμα δέρματος
αρχ.
ξανθός, ξανθοκίτρινος στην όψη.