Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεφυτρώνω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

1. (για φυτά) αναφύομαι, βλαστάνω, φυτρώνω
2. (για άνθη) βγαίνω, ξεπετιέμαι, εκφύομαι («και αυτού ας ξεφυτρώνουν αιώνια τ' άνθη», Κάλβ.)
3. μτφ. (για πρόσ.) εμφανίζομαι ξαφνικά και απροσδόκητα («από πού ξεφύτρωσες πάλι εσύ;»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. ξ(ε)- + φυτρώνω].