Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεφυτρώνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

1. (για φυτά) αναφύομαι, βλαστάνω, φυτρώνω
2. (για άνθη) βγαίνω, ξεπετιέμαι, εκφύομαι («και αυτού ας ξεφυτρώνουν αιώνια τ' άνθη», Κάλβ.)
3. μτφ. (για πρόσ.) εμφανίζομαι ξαφνικά και απροσδόκητα («από πού ξεφύτρωσες πάλι εσύ;»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. ξ(ε)- + φυτρώνω].