Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξηρόδερμος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ξηρόδερμος Medium diacritics: ξηρόδερμος Low diacritics: ξηρόδερμος Capitals: ΞΗΡΟΔΕΡΜΟΣ
Transliteration A: xēródermos Transliteration B: xērodermos Transliteration C: ksirodermos Beta Code: chro/dermos

English (LSJ)

ον,

   A dry-skinned, Aët.1.107.

Greek Monolingual

ξηρόδερμος, -ον (Α)
αυτός που έχει ξηρό δέρμα, που πάσχει από ξηροδερμία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξηρός + -δερμος (< δέρμα), πρβλ. κακό-δερμος].