Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολιγοέξοδος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

και λιγοέξοδος, -η, -ο
ολιγοδάπανος, φειδωλός, οικονόμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ολιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + έξοδο. Η λ. μαρτυρείται από το 1855 στον Γ. Παγώνα].