Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οικονόμος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

ο, η, θηλ. και οικονόμα (ΑΜ οικονόμος, ὁ, ἡ, Α θηλ. και οικονόμισσα)
1. επιστάτης ο οποίος διαχειρίζεται τα ζητήματα του σπιτιού
2. εκκλ. α) εκκλησιαστικό αξίωμα ο κάτοχος του οποίου ήταν, στο παρελθόν, υπεύθυνος για τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας
β) τιμητικός τίτλος που απονέμεται σε πρεσβύτερο για τις υπηρεσίες του προς την εκκλησία
νεοελλ.
1. (ως επίθ. και με τη μορφή κονόμος, -α, -ο) μετρημένος στις δαπάνες του, φειδωλός, όχι σπάταλος
2. επιστάτης και διαχειριστής τών οικονομικών πλούσιας οικογένειας, μονής, οικοτροφείου ή άλλου ευαγούς ιδρύματος