Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομοιομορφία

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η
1. ομοιότητα μορφής
2. (κρυσταλλ.) ο ομοιομορφισμός
3. βιολ. α) η ταυτότητα στη δομή, στη μορφή και στο μέγεθος μεταξύ δύο οντοτήτων του έμβιου κόσμου
β) το φαινόμενο κατά το οποίο άτομα που ανήκουν στο ίδιο ζωικό είδος εμφανίζονται υπό μία και μόνο μορφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοιόμορφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1812 στον Κ. Κούμα].