Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομόφυλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ὁμόφυλος, -ον)
αυτός που κατάγεται από την ίδια φυλή, ομοεθνήςμόνος γὰρ τῶν Ἑλλήνων οὐχ ὁμοφύλου γένους ἄρχειν ἀξιώσας», Ισοκρ.)
νεοελλ.
αυτός που ανήκει στο ίδιο φύλο
αρχ.
1. αυτός που ανήκει στο ίδιο γένος ή στο ίδιο είδος («τὰς δὲ ὁμοφύλους ὄρνιθας ἐξαπατάν», Ξεν.)
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὁμόφυλον
ομοφυλία, συγγένεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -φυλος (< φῦλον), πρβλ. αλλό-φυλος].