Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φῦλον

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: φῦλον Medium diacritics: φῦλον Low diacritics: φύλον Capitals: ΦΥΛΟΝ
Transliteration A: phŷlon Transliteration B: phylon Transliteration C: fylon Beta Code: fu=lon

English (LSJ)

τό, (φύω)

   A race, tribe, or class, οὔ ποτε φ. ὁμοῖον ἀθανάτων τε θεῶν χαμαὶ ἐρχομένων τ' ἀνθρώπων Il.5.441; γυναικῶν φῦλον Hes.Th. 1021; θεῶν ἐς φῦλον ib.202, cf. 965, Op.199: φῦλον ἀοιδῶν Od.8.481: in Ep. more freq. in pl., φῦλα ἀνθρώπων, θεῶν, Il. 14.361, 15.54; φῦλα γυναικῶν, ἐπικούρων, Γιγάντων, 9.130, 17.220, Od.7.206; ἄγρια φῦλα, μυίας Il.19.30; φῦλα μελισσέων, of a swarm of bees, Hes. Fr.14.5; in later Poets and Prose usu. in sg. (but pl., φ. ποικίλα θηρῶν Ar.Av.777 (lyr.); φῦλα πόντου, of fishes, E.Fr.27 (lyr.)), φ. ματαιότατον Pi.P.3.21; ἓν φ. ἀνθρώπων S.Fr.591.1 (lyr.); τὸ ἄλλο φ. the rest of the people, Id.OT19; φῦλον ὀρνίθων the race of birds, Id.Ant. 342 (lyr.), cf. Ar.Av.231,253 (both lyr.): πτηνῶν ib.1088 (lyr.); τὸ πτηνὸν φ. Pl.Sph.220b; τὸ κηρυκικὸν φ. Id.Plt.260d, cf. Cra.398e; τὸ φ. . . οὐ . . ῥᾷστον συλλαβεῖν τί ποτ' ἐστίν, ὁ σοφιστής the sophist tribe, Id.Sph.218c; κατὰ Ὅμηρον καὶ Ἡράκλειτον καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον φ. and all the tribe of them, Id.Tht.160d; φ. ἀμφορεαφόρων Eup.187; φ. βουλευτικόν, = Lat. ordo senatorius, D.C.59.9: metaph., φ. τῶν ἡδονῶν Luc.Nigr.16.    2 sex, τὸ γυναικεῖον φ. Ar.Th.786 (anap.); τὸ θῆλυ, τὸ ἄρρεν, X.Lac.1.4.    II nation, φῦλα Πελασγῶν Il.2.840; κελαινὸν φ., of the Aethiopians, A.Pr.808, cf. Supp.544 (lyr.); βάρβαρα φ. E.IT887 (lyr.); Σύρους, φῦλον πάμπολυ X.Cyr.1.5.2; πολεμικώτατα φ. Plu.Sull.29.    III = φυλή 11.1, clan or tribe, acc. to blood or descent, κρῖν' ἄνδρας κατὰ φῦλα, κατὰ φρήτρας Il.2.362, cf. 363; φῦλον Ἑλένης, φῦλον Ἀρκεισίου, Od.14.68, 181; φ. τρία τριῶν στρατευμάτων E.Supp.653.

German (Pape)

[Seite 1315] τό (φύω, eigtl. von Natur zusammengehörig und sich von Andern nach der Art, nach dem Vaterlande od. nach der Blutsverwandtschaft unterscheidend), bei Hom. u. Hes. nur im nom. u. accus. vorkommend, – Stamm, Geschlecht, Gattung, Art; von allen lebenden Wesen; oft bei Hom. u. Hes.; φῦλον θεῶν Il. 5, 441; Hes. Th. 202; θεάων 965; ἀοιδῶν Od. 8, 481; ἀθανάτων Hes. O. 201; γυναικῶν Th. 1020 Sc. 4; Ὅμηρος καὶ Ἡράκλειτος καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον φῦλον Plat. Theaet. 160 d; κηρυκικόν Polit. 260 d; – gew. im plur., eine Menge von einer und derselben Gattung bezeichnend, Schaar, Schwarm; φῦλα θεῶν Il. 15, 54. 161. 177; φῦλα ἀνθρώπων 14, 361 Od. 3, 282 u. öfter; φῦλα γυναικῶν Il. 9, 130. 272; ἐπικούρων 17, 220; φῦλα γιγάντων Od. 7, 206; auch ein Mückenschwarm, Il. 19, 30; ὀρνίθων Soph. Ant. 342; πτηνῶν Ar. Av. 1088; θηρῶν 779; u. so Plat. Tim. 91 d; τὸ πτηνὸν φῦλον, Soph. 220 a; aber Hes. frg. 22 soll φῦλα μελισσέων von einer Biene, als Umschreibung von μέλισσα gesagt sein. – Im engern Sinne, Volksstamm, Volk, Nation; φῦλα Πελασγῶν Il. 2, 840; Aesch. Prom. 809; πολλὰ βροτῶν διαμειβομένα φῦλα Suppl. 539. – Und im engsten Sinne, Stamm, Geschlecht, κατὰ φῦλα, neben κατὰ φρήτρας, allgemeiner als dieses zu fassen, nach Stämmen, Il. 2, 362; φῦλον Ἑλένης, Ἀρκεισίου, Od. 14, 68. 181; μα ταιότατον φῦλον Pind. P. 3, 21.

Greek (Liddell-Scott)

φῦλον: τό, (φύω) ἄθροισμά τι ἀνθρώπων ἢ ἐμψύχων ὄντων καθόλου ὡς φύσει διακρινομένων ἀπὸ τῶν ἄλλων, φυλή, γένος, οὔποτε φῦλον ὁμοῖον ἀθανάτων τε θεῶν χαμαὶ ἐρχομένων τ’ ἀνθρώπων Ἰλ. Ε. 441, πρβλ. Σοφ. Ἀποσπ. 5. 8· θεῶν ἐς φῦλον Ἡσιόδ. Θεογ. 202, πρβλ. 965, Ἔργ. κ. Ἡμ. 197· φῦλον ἀοιδῶν Ὀδ. Θ. 481· ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πληθ., φῦλα θεῶν, ἀνθρώπων Ἰλ. Ξ. 36, Ο. 54· φῦλα γυναικῶν, ἐπικούρων Γιγάντων Ι. 130, Ρ. 220, Ὀδ. Ζ. 206 ἐν Ἰλ. Τ. 30, σμῆνος ἐμπίδων· (ἀλλὰ φῦλα μελισσέων, παραδόξως τίθεται ὡς περίφρ. ἀντὶ μιᾶς μόνον μελίσ., Ἡσ. Ἀποσπ. 22) ― οὕτω μεθ’ Ὅμ., φ. ματαιότατον Πινδ. Π. 3. 36· τὸ ἄλλο φῦλ., οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι, Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 19· φῦλον ὀρνίθων, τὸ γένος τῶν πτηνῶν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντιγ. 342, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 231, 253· πτηνῶν αὐτόθι 1088· θηρῶν αὐτόθι 777· τὸ πτηνὸν φ. Πλάτ. Σοφιστ. 220Β· φῦλα πόντου, τῶν ἰχθύων, Εὐρ. Ἀποσπ. 27· τὸ κηρυκικὸν φῦλον Πλάτ. Πολιτικ. 260D, πρβλ. Κρατ. 398Ε· τὸ φῦλον… οὐ… ῥᾷστον συλλαβεῖν τί ποτ’ ἐστίν, ὁ σοφιστής, τὸ γένος τῶν σοφιστῶν, ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 218C κατὰ Ὅμηρον καὶ Ἡράκλειτον καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον φ., καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον γένος, ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 160D· περιήλθομεν καὶ φῦλον ἀμφορεαφόρων Εὔπολις ἐν «Μαρικᾷ» 25· τὸ φῦλ. τῶν ἡδονῶν Λουκ. Νιγρ. 16. 2) φῦλον, γένος, ἄρσεν ἢ θῆλυ, γυναικῶν φῦλον Ἡσ. Θεογ. 1020· τὸ γυναικεῖον φ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 786· τὸ θῆλυ, τὸ ἄρρεν Ξεν. Λακ. Πολιτ. 1, 4. ΙΙ. ἐν στενωτέρᾳ σημασίᾳ, γένος ἀνθρώπων, φυλή, ἔθνος, φῦλα Πελασγῶν Ἰλ. Β. 820· κελαινὸν φ., ἐπὶ τῶν Αἰθιόπων, Αἰσχύλ. Πρ. 808, πρβλ. Ἱκ. 544· φ. βάρβαρα Εὐρ. Ἰφ. ἐν Ταύρ. 887· οὕτως ἐν Ξεν. Κύρου Ἀν. 1. 5, 2, Πλούτ., κλπ.· πρβλ. ἔμφυλος, ἐμφύλιος, ἀποφύλιος, καταφυλαδόν. ΙΙΙ. ἔτι στενώτερον, = φυλὴ ΙΙ. 1, φυλὴ ἀνθρώπων συγγενευόντων ἐξ αἵματος ἢ ἄλλως, γενεά, κατὰ φῦλα Ἰλ. Β. 362, 363· φῦλον Ἑλένης, φῦλον Ἀρκεισίου Ὀδ. Ξ. 68, 181, πρβλ. Εὐρ. Ἱκ. 653.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
I. race, tribu :
1 en parl. de familles unies par les liens du sang κατὰ φῦλα IL par tribus ; φῦλον Ἑλένης OD la race d’Hélène;
2 en parl. de peuples φῦλα Πελασγῶν IL la race des Pélasges;
II. p. ext. genre, espèce, sorte : φῦλον θεῶν IL, ἀοιδῶν OD, γυναικῶν IL la race litt. la classe des dieux, des chantres, des femmes ; p. anal. en parl. de choses τὸ φῦλον τῶν ἡδονῶν LUC la tribu des plaisirs ; au pl. τὰ φῦλα réunion d’êtres de même espèce, grand nombre, foule : φῦλα θεῶν IL assemblées des dieux ; ἀνθρώπων IL peuples des hommes ; ὀρνίθων SOPH race des oiseaux ; en parl. du sexe τὸ ἄρρεν φῦλον XÉN le sexe masculin ; τὸ θῆλυ φῦλον XÉN le sexe féminin.
Étymologie: R. Φυ, pousser, croître, v. φύω ; cf. φυλή.

English (Autenrieth)

(φύω): race, people, in the widest sense, θεῶν, Il. 5.441; usually pl., tribes, host, etc., γυναικῶν, ἀοιδῶν, γ 2, Od. 8.481; of animals, ἄγρια φῦλα, Il. 19.30. In narrow sense, tribe, class, clan, family, Il. 2.362.

English (Slater)

φῡλον
   1 company ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον (P. 3.21) Ἄρτεμις ζεύξαισ' ἐν ὀργαῖς Βακχίαις φῦλον λεόντων Δ. 2. 21. ]οιο φῦλον ω[ Δ. 3. 18.

Greek Monolingual

τὸ, ΜΑ
βλ. φύλο.

Greek Monotonic

φῦλον: τό (φύω
I. 1. ράτσα, φυλή, τάξη ανθρώπων, σε Όμηρ. κ.λπ.· συχνά σε πληθ., σμήνος, επίσης λέγεται για άλλα ζώα, σμήνη από σκνίπες, σε Ομήρ. Ιλ.· φῦλον ὀρνίθων, ράτσα πουλιών, σε Σοφ.
2. φύλο, σε Ησίοδ.· τὸ θήλυ, τὸ ἄρρεν φῦλον, σε Ξεν.
II. με πιο στενή σημασία, ράτσα, φυλή ανθρώπων, έθνος, φῦλα Πελασγῶν, σε Ομήρ. Ιλ.· κελαινὸν φῦλον, λέγεται για τους Αιθίοπες, σε Αισχύλ. κ.λπ.
III. ακόμα πιο στενή σημασία, = φυλή II. I., γενιά ή φυλή ανθρώπων που συγγενεύουν λόγω αίματος ή καταγωγής, κατὰ φῦλα, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

φῦλον: τό
1) фила, род, племя (κρίνειν ἄνδρες κατὰ φῦλα Hom.): φ. Ἑλένης Hom. род Елены; φῦλα Πελασγῶν Hom. племена пеласгов, пеласги; βροτῶν φῦλα Aesch. человеческие племена, народы;
2) воен. (= φυλή
2) отряд, корпус (φῦλα τρία τριῶν στρατευμάτων Eur.);
3) род, вид, разряд (πτηνῶν Arph. или τὸ πτηνὸν φ. Plat.): γυναικῶν φ. Hes., τὸ γυναικεῖον φ. Arph. или τὸ θῆλυ φ. Xen. женский пол, женщины: τὸ τοιοῦτο φ. τῶν ἡδονῶν Luc. вся эта категория удовольствий;
4) группа, собрание, сонм (θεῶν, ἀνθρώπων, γυναικῶν Hom.): τὸ ἄλλο φ. Eur. остальной народ, остальные.

Middle Liddell

φῦλον, ου, τό, [φύω]
I. a race, tribe, class of men, Hom., etc.; oft. in pl. hosts, swarms, also of other animals, swarms of gnats, Il.; φῦλον ὀρνίθων the race of birds, Soph.
2. a sex, Hes.; τὸ θῆλυ, τὸ ἄρρεν φ. Xen.
II. in closer sense, a race of people, a nation, φῦλα Πελασγῶν Il.; κελαινὸν φ., of the Aethiopians, Aesch., etc.
III. more closely still, = φυλή II. 1, a clan or tribe of men acc. to blood or descent, κατὰ φῦλα Il.