Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οχύρωμα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (Α ὀχύρωμα οχυρώ
οχυρωμένη τοποθεσία, οχυρό
νεοελλ.
συνεκδ. τεχνικό έργο που εξασφαλίζει την αμυντική ικανότητα μιας θέσης.