Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ικανότητα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

και ικανότη, ἡ (ΑΜ ἱκανότης) ικανός
το να έχει κάποιος τη δύναμη ή την επιτηδειότητα να κάνει κάτι, δεξιότητα
νεοελλ.
1. (για ανθρώπους) αξία
2. η καταλληλότητα ενός ανθρώπου για στρατιωτική, δημόσια ή άλλη υπηρεσία ως προς τη σωματική και πνευματική επάρκεια και δυνατότητα
3. (νομ.) φρ. «ικανότητα προς δικαιοπραξία» — η ικανότητα να αποκτά κάποιος δικαιώματα και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις («ικανότητα για σύναψη γάμου»)
αρχ.
επάρκεια.