Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ικανότητα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

και ικανότη, ἡ (ΑΜ ἱκανότης) ικανός
το να έχει κάποιος τη δύναμη ή την επιτηδειότητα να κάνει κάτι, δεξιότητα
νεοελλ.
1. (για ανθρώπους) αξία
2. η καταλληλότητα ενός ανθρώπου για στρατιωτική, δημόσια ή άλλη υπηρεσία ως προς τη σωματική και πνευματική επάρκεια και δυνατότητα
3. (νομ.) φρ. «ικανότητα προς δικαιοπραξία» — η ικανότητα να αποκτά κάποιος δικαιώματα και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις («ικανότητα για σύναψη γάμου»)
αρχ.
επάρκεια.