Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παλλακίδα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η (ΑΜ παλλακίς, -ίδος)
γυναίκα που συμβιώνει με άνδρα χωρίς επίσημο γάμο, σε αντιδιαστολή και προς τη νόμιμη σύζυγο και προς την εταίρα («παλλακίδος... τὴν αὐτὸς φιλέεσκεν, ἀτιμάζεσκε δ' ἄκοιτιν», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
ιέρεια που παλλακευόταν για λόγους ιεροτελεστικούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. του παλλακή, πιθ. υποκοριστικός, με επίθημα -ίς, -ίδος].