Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παλλακίδα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η (ΑΜ παλλακίς, -ίδος)
γυναίκα που συμβιώνει με άνδρα χωρίς επίσημο γάμο, σε αντιδιαστολή και προς τη νόμιμη σύζυγο και προς την εταίρα («παλλακίδος... τὴν αὐτὸς φιλέεσκεν, ἀτιμάζεσκε δ' ἄκοιτιν», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
ιέρεια που παλλακευόταν για λόγους ιεροτελεστικούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. του παλλακή, πιθ. υποκοριστικός, με επίθημα -ίς, -ίδος].