Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παλλακίς

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: παλλᾰκίς Medium diacritics: παλλακίς Low diacritics: παλλακίς Capitals: ΠΑΛΛΑΚΙΣ
Transliteration A: pallakís Transliteration B: pallakis Transliteration C: pallakis Beta Code: pallaki/s

English (LSJ)

[ᾰ], ίδος, ἡ,

   A concubine, opp. lawful wife (ἄκοιτις), Il.9.449,452; ὠνητὴ π. Od. 14.203, cf. LXX Jb. 19.17, Heroph. ap. Sor.2.53 (dub. l.), etc.; π. δούλη AP3.3 (Inscr. Cyzic.); ἐκ προγόνων παλλακίδων, of ritual prostitution, BCH7.276 (Tralles). -ός, ὁ, minion, Hsch., Phot.

German (Pape)

[Seite 452] ίδος, ἡ, = παλλακή, Kebsweib, Beischläferinn, im Ggstze zur rechtmäßigen Gattinn, Il. 9, 449. 452; häufig eine gekaufte Sklavinn, Od. 14, 203 u. Sp., wie Plut.

Greek (Liddell-Scott)

παλλᾰκίς: -ίδος, ἡ, παλλακή, ἐρωμένη, Λατ. pellex, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν νόμιμον σύζυγον (ἄκοιτιν), Ἰλ. Ι. 449. 452· συχν. ἀργυρώνητος δούλη, ὡς ἐν Ὀδ. Ξ. 203· π. δούλη Ἀνθολ. Π. 3. 3. Πρβλ. παλλακή.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
c. παλλακή.

English (Autenrieth)

ίδος: concubine.

Greek Monolingual

παλλακίς, -ίδος, ἡ (ΑΜ)
βλ. παλλακίδα.

Greek Monotonic

παλλᾰκίς: -ίδος, ἡ, παλλακίδα, μαιτρέσα, ερωμένη, Λατ. pellex, αντίθ. προς τη νόμιμη γυναίκα (κουριδίη ἄλοχος), σε Όμηρ. (Πιθ. από την ίδια ρίζα όπως πάλλαξ= νεανίς).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παλλακίς -ίδος, ἡ [~ παλλακή] concubine.

Russian (Dvoretsky)

παλλᾰκίς: ίδος (ῐδ) ἡ Hom., Anth. = παλλακή.

Middle Liddell

παλλᾰκίς, ίδος, ἡ,
a concubine, mistress, Lat. pellex, opp. to a lawful wife (κουριδίη ἄλοχοσ), Hom. [Prob. from same Root as παλλάς = νεᾶνις.]