Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανικοβάλλω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

1. προκαλώ πανικό
2. μέσ. πανικοβάλλομαι
κυριεύομαι από πανικό, μέ πιάνει μεγάλος φόβος για κάτι, τρομοκρατούμαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πανικός + βάλλω «ρίχνω, χτυπώ»].