Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανικοβάλλω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

1. προκαλώ πανικό
2. μέσ. πανικοβάλλομαι
κυριεύομαι από πανικό, μέ πιάνει μεγάλος φόβος για κάτι, τρομοκρατούμαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πανικός + βάλλω «ρίχνω, χτυπώ»].