Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδιασιμαῖος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: πεδιασιμαῖος Medium diacritics: πεδιασιμαῖος Low diacritics: πεδιασιμαίος Capitals: ΠΕΔΙΑΣΙΜΑΙΟΣ
Transliteration A: pediasimaîos Transliteration B: pediasimaios Transliteration C: pediasimaios Beta Code: pediasimai=os

English (LSJ)

   A campester, Gloss.

Greek Monolingual

-αία, -ον, Α
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πεδιάδα, ο καμπήσιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πεδιάσιμος + κατάλ. -αῖος].