Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεισματάρης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-α, -ικο, θηλ. και πεισματάρισσα
αυτός που έχει πολύ πείσμα, πείσμονας, ισχυρογνώμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πείσμα (Ι), -ατος + κατάλ. -άρης (πρβλ. νοικ-άρης)].